«...Ο δε Ιησούς ακούσας, είπε προς αυτούς, Δεν έχουσι χρείαν ιατρού οι υγιαίνοντες, αλλ’ οι πάσχοντες. Υπάγετε δε και μάθετε τι είναι, “ Έλεον θέλω, και ουχί θυσίαν∙” διότι δεν ήλθον δια να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν»(Ματθαίος,θ΄:11-13).
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήρθε να σηκώσει τις αμαρτίες κάθε ανθρώπου (Ιωάννης, α΄:33). Κατά συνέπεια ήρθε για να ελευθερώσει κάθε άνθρωπο που μετανοεί και πιστεύει σ’ Αυτόν, ώστε αυτός να απολαμβάνει την ελευθερία του από τα δεσμά των αμαρτιών του, αλλά και την παρουσία του Κυρίου στη ζωή του καθημερινά. Μάλιστα θέλει ο Κύριος να είναι η παρέα των παιδιών Του σε κάθε πνευματική κοινωνία που θα έχουν μεταξύ τους, σύμφωνα με την γραμμένη στο Ευαγγέλιο υπόσχεσή Του, ‘Πάλιν σας λέγω ότι εάν δύο από σας συμφωνήσωσιν επί της γης περί παντός πράγματος, περί του οποίου ήθελον κάμει αίτησιν, θέλει γείνει εις αυτούς παρά του Πατρός μου του εν ουρανοίς. Διότι όπου είναι δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το όνομά μου, εκεί είμαι εγώ εν τω μέσω αυτών’ (Ματθαίος ιη΄:19,20).
Τα λόγια που διαβάζουμε στα εισαγωγικά εδάφια, ο Κύριος τα είπε στους Φαρισαίους όταν Τον είδαν να κάθεται με τελώνες και αμαρτωλούς και Τον κατηγόρησαν στους μαθητές Του, για το γεγονός ότι ο Διδάσκαλός τους συνέτρωγε με ανθρώπους με παραβατική συμπεριφορά. Ο Κύριος απλά τους απάντησε ότι ανάγκη ιατρού έχουν οι άρρωστοι, το δε μήνυμα της προτροπής Του, ‘Υπάγετε δε και μάθετε τι είναι, “ Έλεον θέλω, και ουχί θυσίαν∙” διότι δεν ήλθον δια να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν’, είναι διαχρονικό και αφορά και εμάς σήμερα. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να κρίνει τον Κύριο και τις ενέργειες Του, βασισμένος στις δικές του απόψεις για το ποιοί άνθρωποι αξίζουν τη σωτηρία και ποιοι όχι. Ο γραπτός λόγος του Θεού μας πληροφορεί, ‘Ότι δεν υπάρχει δίκαιος ουδέ εις,δεν υπάρχει τις έχων σύνεσιν• δεν υπάρχει τις εκζητών τον Θεόν. Πάντες εξέκλιναν, ομού εξηχρειώθησαν• δεν υπάρχει ο πράττων αγαθόν, δεν υπάρχει ουδέ εις… διότι δεν υπάρχει διαφορά• επειδή πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού, δικαιούνται δε δωρεάν με την χάριν αυτού διά της απολυτρώσεως της εν Χριστώ Ιησού,’(Ρωμαίους γ΄:10-12, 22-24).
Γι’ αυτό όπως δεν λέμε ποτέ «αυτός είναι πολύ νεκρός ενώ ο άλλος λίγο νεκρός», έτσι για τον Πατέρα Θεό όλοι ήμασταν πνευματικά νεκροί εξαιτίας των πολλών ή λίγων αμαρτιών μας και για να μας ζωοποιήσει έστειλε τον Υιό Του Κύριο Ιησού, να πληρώσει με την σταυρική Του θυσία για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων και με την ανάστασή Του να δικαιώσει όσους μετανοούν και πιστεύουν σ’ Αυτόν. Αυτή είναι η κατά χάρη σωτηρία που προσφέρει ο Κύριος σε κάθε αμαρτωλό που πιστεύει και που αποδεικνύει την αγάπη και το έλεος Του. Πρώτο και χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατά χάρη σωτηρίας, είναι αυτό του ενός από τους δύο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Κύριο, ο οποίος παραδέχθηκε ότι δίκαια πληρώνει για αυτά που έκανε ενώ ο Κύριος όχι, πίστεψε ότι ο Κύριος είναι βασιλιάς που θα έρθει στη Βασιλεία Του, Τον επικαλέστηκε και μπήκε μαζί Του στον παράδεισο (Λουκάς, κγ΄:40-43).
Άλλη περίπτωση που είπε ο Κύριος ότι θέλει έλεος και όχι θυσία, είναι όταν οι Φαρισαίοι βλέποντας τους μαθητές να αποσπούν από τα στάχυα σπόρους και να τους τρώνε την ημέρα του Σαββάτου, τους κατηγόρησαν στον Κύριο ότι κάνουν κάτι που δεν επιτρέπεται να κάνουν την ημέρα του Σαββάτου. Ο Κύριος τους απάντησε με παρόμοιο παράδειγμα που ο Θεός έδειξε έλεος όταν ο Δαβίδ κυνηγημένος μπήκε στον οίκο του Θεού και έφαγε με τους συνοδοιπόρους του τους άρτους της προθέσεως, που δεν επιτρεπόταν αυτοί να φάνε, παρά μόνο οι ιερείς. Συνεχίζοντας τους είπε ότι και οι ιερείς στο ιερό, βεβηλώνουν το Σάββατο με τις ιερατικές εργασίες που κάνουν και όμως είναι αθώοι. Τελικά ολοκλήρωσε λέγοντας, ‘Αν, όμως, γνωρίζατε τι είναι: «Έλεος θέλω, και όχι θυσία», δεν θα καταδικάζατε τους αθώους. Επειδή, ο Υιός τού ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου’(Ματθαίος,ιβ΄:1-8).
Και στη περίπτωση αυτή οι Φαρισαίοι είχαν την πρόθεση να κατακρίνουν τους μαθητές του Κυρίου με απώτερο στόχο να κατακρίνουν τον ίδιο τον Κύριο, γιατί λόγω της κακίας και του εγωισμού τους δεν δεχόταν τον έλεγχο που από αγάπη τους έκανε για να τους βοηθήσει να διορθωθούν. Αυτή τη φράση που αναγκάστηκε ξανά ο Κύριος να πει, την αναφέρει και ο προφήτης Ωσηέ, όταν μεταφέρει τον έλεγχο του Θεού στον τότε λαό Του, λέγοντας μεταξύ των άλλων, ‘…Διότι έλεος θέλω και ουχί θυσίαν• και επίγνωσιν Θεού μάλλον παρά ολοκαυτώματα’ (Ωσηέ, ς΄:6).
Μπορούμε λοιπόν σαν συμπέρασμα να πούμε ότι το έλεος που ο Κύριος ζητάει από μας να δείξουμε σε κάποιον που το έχει ανάγκη, είναι μία ενέργεια που φανερώνει επίγνωση του θελήματος του Θεού, δηλαδή ότι όπως εμείς έχουμε δεχτεί το έλεος του Κυρίου και λάβαμε κατά χάρη την σωτηρία την οποία δεν την αξίζαμε, έτσι και εμείς να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε σύμφωνα με το έλεος και την χάρη του Θεού, όταν ο Κύριος φέρνει στο δρόμο μας ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Το αντίθετο είναι η θυσία και τα ολοκαυτώματα, που κατά τη γνώμη μας σημαίνει ότι αντί να δείχνουμε έλεος σε κάθε άνθρωπο που μετανοεί ειλικρινά για τις αμαρτίες του και να τον προτρέπουμε να επικαλεστεί τον Κύριο που σήκωσε την αμαρτία όλου του κόσμου, να του βάζουμε έργα και κανόνες που πρέπει να εκτελέσει για να συμφιλιωθεί με τον Πατέρα Θεό.
Στο σημείο αυτό λέμε ότι μέχρι να βεβαιωθούμε για την ειλικρινή μετάνοια κάποιου, είναι φυσικό να έχουμε κάποιες επιφυλάξεις. Αναφέρουμε σαν παράδειγμα ένα γεγονός που συνέβη στη πρώτη αποστολική εκκλησία. Όταν ο Κύριος επισκέφθηκε τον διώκτη Σαούλ(Σαύλο ή Παύλο), τυφλώνοντάς τον και ελέγχοντάς τον γιατί Τον δίωκε, αυτός μετανόησε ειλικρινά, αλλά παρέμενε για τρεις ημέρες τυφλός και προσευχόμενος. Τότε ο Κύριος φανέρωσε στον μαθητή Του Ανανία, το σπίτι που ήταν ο Σαούλ και του είπε να πάει να προσευχηθεί, ώστε να ξαναδεί και να λάβει Άγιο Πνεύμα. Ο Ανανίας είπε στον Κύριο για τους διωγμούς του Σαούλ, αλλά όταν ο Κύριος του φανέρωσε ότι ο Σαούλ είναι σκεύος της εκλογής Του, ο Ανανίας πήγε, προσευχήθηκε και ο Σαούλ ανέβλεψε και βαπτίστηκε. Στη συνέχεια όταν ο Παύλος πήγε στην Ιερουσαλήμ, προσπαθούσε να προσκολληθεί στους μαθητές αλλά όλοι τον φοβόνταν επειδή δεν πίστευαν ότι είναι μαθητής. Τότε ο Βαρνάβας παρέλαβε τον Παύλο και τον έφερε στους αποστόλους λέγοντάς τους το πώς του παρουσιάστηκε ο Κύριος και πώς μίλησε με παρρησία στην Δαμασκό για το Όνομά Του και τότε τον δέχτηκαν μαζί τους (Πράξ. θ΄:1-29).
Μέσα στην εκκλησία του Κυρίου μπορεί να συμβεί και σε εμάς να μην είμαστε δεκτικοί στην αλλαγή κάποιου που ήταν πριν πολέμιος της εκκλησίας. Τότε να προσευχόμαστε στον Κύριο να μας φανερώσει την αλήθεια. Ακόμα να ρωτάμε έμπιστους μάρτυρες οι οποίοι έχουν αποδείξεις ότι ο πρώην διώκτης των αδελφών δέχτηκε τον Ιησού Χριστό στην ζωή του. Έτσι με οδηγό τον Κύριο και τις φανερές αποδείξεις για το τί έκανε στην ζωή του πρώην διώκτη, πρέπει να τον δεχτούμε σαν μέλος της εκκλησίας μας και να τον προσθέσουμε στην παρέα μας. Να μη ξεχνάμε ότι και εμείς δεν αξίζαμε να μας προσθέσει ο Κύριος στον λαό Του και όπως έκανε έλεος και χάρη σε εμάς, το ίδιο να κάνουμε και εμείς στους άλλους.
Συνοψίζοντας λέμε ότι εάν όπως οι Φαρισαίοι, είμαστε συνηθισμένοι σε ένα τυπικό τρόπο λατρείας του Θεού χωρίς ο πατέρας Θεός να μας έχει ‘γεννήσει άνωθεν’ ώστε να γίνουμε παιδιά Του, να ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να δούμε την Βασιλεία των Ουρανών (Ιωάννης γ΄:3). Αν δηλαδή είμαστε χριστιανοί χωρίς αναγέννηση, τότε θα προσπαθούμε να είμαστε τυπικοί στην τήρηση κάποιων θρησκευτικών καθηκόντων που μπορεί και ο λόγος του Θεού να αναφέρει, μη απολαμβάνοντας όμως την χάρη του Θεού, οπότε και στους άλλους θα συμπεριφερόμαστε με αυστηρότητα και όχι με έλεος και χάρη. Δεν μπορούμε να ελευθερωθούμε από τον τύπο εάν δεν μετανοήσουμε ειλικρινά και ζητήσουμε την χάρη του Θεού. Βέβαια ο κίνδυνος επιστροφής στην τυπικότητα υπάρχει και μετά την αναγέννησή μας, γι’ αυτό ο λόγος του Θεού μας προτρέπει, ‘Εαυτούς εξετάζετε αν ήσθε εν τη πίστει, εαυτούς δοκιμάζετε’ (Β΄ Κορινθίους ιγ΄:5).
Ας έχουμε λοιπόν σαν πρότυπο τον τρόπο ζωής και χαρακτήρα του Κυρίου Ιησού, για να ενεργούμε έτσι όπως θέλει Αυτός, ώστε να απολαμβάνουμε την χάρη και το έλεός Του και να γίνουμε ένα ζωντανό παράδειγμα μίμησης του Κυρίου προς τους άλλους. Αμήν!