«Ο Θεός είναι Πνεύμα, και οι προσκυνούντες αυτόν εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να προσκυνώσι» (Ιωάννης, δ΄:24).

«Σας παρακαλώ λοιπόν, αδελφοί, δια των οικτιρμών του Θεού, να παραστήσετε τα σώματά σας θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον εις τον Θεόν, ήτις είναι η λογική σας λατρεία» (Ρωμαίους, ιβ΄:1)


Στην Παλαιά Διαθήκη οι άνθρωποι του Θεού, όταν θέλανε να κάνουν μια προσφορά προς τον Θεό, έκαναν  θυσίες με ζώα. Πρώτος ξεκίνησε ο Άβελ που πρόσφερε από τα πρόβατά του και ο Κύριος είδε με ευμένεια την προσφορά του (Γένεσις, δ΄:4). Στη συνέχεια παρατηρούμε και άλλους πιστούς ανθρώπους, να προσφέρουν θυσίες στον Θεό κάνοντας θυσιαστήρια, όπως ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ κ.ά. Μ’ αυτό τον τρόπο θέλανε κάνοντας μια προσφορά προς τον Θεό, να δείχνουν έμπρακτα την ευχαριστία και την αγάπη τους, σ’ Αυτόν.
Σήμερα, οι χριστιανοί που πιστεύουν στον Θεό δεν λατρεύουν τον Θεό με θυσίες ζώων αλλά εν πνεύματι και αληθεία. Αυτό είπε  ο Κύριος Ιησούς Χριστός, όταν τον ρώτησε η Σαμαρείτιδα, πού θέλει ο Θεός να Τον προσκυνούν, στα Ιεροσόλυμα ή στο δικό τους όρος. Συγκεκριμένα ο Κύριος της απάντησε ότι έφθασε η ώρα που ούτε στα Ιεροσόλυμα ούτε στο δικό τους όρος θα προσκυνούν τον Πατέρα, διότι επειδή ο Θεός είναι πνεύμα θέλει και οι προσκυνούντες Αυτόν, να Τον προσκυνούν ‘εν πνεύματι και αληθεία’(Ιωάννης, δ΄:20-26). Λέγοντας ο Κύριος ‘έφθασε η ώρα’, προφανώς εννοούσε ότι με τη θυσία Του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, θα εκπλήρωνε ότι ήταν ‘ο Αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου’ και  η μόνη οδός που οδηγεί στον Πατέρα. (Ιωάννης, α΄:29,ιδ΄:6).
Συνεπώς τα πρώτα βήματα που πρέπει να κάνει κάθε άνθρωπος για να λατρεύσει τον Κύριο εν πνεύματι και αληθεία, είναι να μετανοήσει για τις αμαρτίες του, να πιστέψει στον Ιησού Χριστό και να Τον επικαλεστεί στη ζωή Του, έτσι ώστε ‘να γεννηθεί άνωθεν’ και να πάρει δωρεάν και κατά χάρη τη σωτηρία της ψυχής του. Μετά από αυτά τα βήματα, όλοι οι αναγεννημένοι χριστιανοί πρέπει να έχουν υπόψη την γραφική προτροπή: ‘μετά φόβου και τρόμου εργάζεσθε την εαυτών σωτηρίαν διότι ο Θεός είναι ο ενεργών εν υμίν και το θέλειν και το ενεργείν κατά την ευδοκίαν αυτού’ (Φιλιππησίους, β΄:12,13). Βέβαια για να εργάζεται ο χριστιανός ‘μετά φόβου και τρόμου’ την σωτηρία του,  απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ‘εν πνεύματι και αληθεία’ λατρεία του προς το Θεό, βασικές δε συνιστώσες αυτής της λατρείας είναι η εν Πνεύματι Αγίω προσευχή μαζί με την δοξολογία και υμνωδία.
Όσο αφορά την προσευχή, σχετικά με το πώς πρέπει να γίνεται ώστε να είναι ευάρεστη στο Θεό, ο Κύριος στην ‘επί του όρους’ ομιλία Του, αναφέρει τα εξής: «συ όμως, όταν προσεύχησαι, είσελθε εις το ταμείον σου, και, κλείσας την θύραν σου, προσευχήθητι εις τον Πατέρα σου τον εν τω κρυπτώ∙ και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ θέλει σοι ανταποδώσει εν τω φανερώ. Όταν δε προσεύχησθε, μη βατολογήσετε ως οι εθνικοί∙ διότι νομίζουσιν ότι με την πολυλογίαν αυτών θέλουσιν εισακουσθή. Μη ομοιωθήτε λοιπόν με αυτούς∙ διότι εξεύρει ο Πατήρ σας, τίνων έχετε χρείαν, πριν σεις ζητήσετε παρ’ αυτού» (Ματθαίος, ς΄:6-8). Στη συνέχεια ο Κύριος μας λέει πώς να προσευχόμαστε, αναφέροντας τη γνωστή προσευχή το ‘Πάτερ ημών’. Αυτή η προσευχή μας δίνει ένα πρότυπο με τα κύρια αιτήματα και τις υποχρεώσεις του χριστιανού μαζί με την ιεραρχία τους. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι τον Θεό Τον αποκαλούμε Πατέρα και τα πρώτα μας αιτήματα  είναι να έρθει η βασιλεία Του και να γίνει το θέλημά Του, όπως στον ουρανό έτσι και στη Γη. Μετά να ζητάμε τα απαραίτητα για τις καθημερινές υλικές μας ανάγκες, όπως τη τροφή. Να ζητάμε να μας συγχωράει από τις αμαρτίες μας, με την προϋπόθεση ότι συγχωρούμε και εμείς όσους  αμάρτησαν σε μας. Να μη επιτρέψει  να πέσουμε σε πειρασμό και να μας ελευθερώνει από το πονηρό. Να ολοκληρώνουμε την προσευχή μας δίνοντας τη δόξα στον Πατέρα Θεό λέγοντας ότι Αυτού είναι η βασιλεία, η δύναμη και η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Ο Κύριος  συνεχίζει τονίζοντας τη σημασία της συγχώρεσης με το ότι λέει εάν δεν συγχωρούμε αυτούς που φταίνε σε μας, ούτε ο Πατέρας Θεός θα μας συγχωρέσει τα δικά μας πταίσματα (Ματθαίος,ς΄:9-15).
Στην ίδια ομιλία ο Κύριος θέλοντας να τονίσει το γεγονός ότι ο Θεός είναι δίκαιος μισθαποδότης εις τους εκζητούντας Αυτόν, αναφέρει «Αιτείτε, και θέλει σας δοθή∙ ζητείτε, και θέλετε ευρεί∙ κρούετε, και θέλει σας ανοιχθή∙ διότι πας ο αιτών λαμβάνει, και ο ζητών ευρίσκει, και εις τον κρούοντα θέλει ανοιχθή» (Ματθαίος, ζ΄:7-8). Όμως επειδή η απάντηση του Θεού σε κάποια αιτήματά μας δεν είναι άμεση, ο Κύριος  αναφέρει την παραβολή του άδικου κριτή, με σκοπό να διδάξει τους πιστούς ‘ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχωνται και να μη αποκάμνωσι’(Λουκάς, ιη΄:1-8). Βέβαια ο λόγος του Θεού σε πολλά εδάφια αναφέρει ότι βασική προϋπόθεση για να απαντήσει ο Θεός, είναι απλά η πίστη του ανθρώπου σ’ Αυτόν. Αναφέρουμε μερικά:
« Δια τούτο σας λέγω, πάντα όσα προσευχόμενοι ζητείτε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και θέλει γείνει εις εσάς» (Μάρκος, ια΄:24).
«…χωρίς δε πίστεως αδύνατον είναι να ευαρεστήση τις εις αυτόν• διότι ο προσερχόμενος εις τον Θεόν πρέπει να πιστεύη ότι είναι και γίνεται μισθαποδότης εις τους εκζητούντας αυτόν» (Εβραίους, ια΄:6).
Στην αναγεννημένη εκκλησία, υπάρχει και η εκκλησιαστική λατρεία, δηλαδή όταν οι πιστοί συγκεντρώνονται ομοθυμαδόν πρώτα για να λατρεύσουν  τον Θεό αλλά και για να συμπροσευχηθούν για τα αιτήματα τους. Διαβάζουμε σχετικά: «….Ούτω και σεις, επειδή είσθε ζηλωταί πνευματικών, ζητείτε να περισσεύητε εν αυτοίς προς την οικοδομήν της εκκλησίας….Τι πρέπει λοιπόν; Θέλω προσευχηθή με το πνεύμα, θέλω δε προσευχηθή και με τον νούν. Θέλω ψάλλει με το πνεύμα, θέλω δε ψάλλει και με τον νούν….. Τι πρέπει λοιπόν, αδελφοί; Όταν συνέρχησθε, έκαστος υμών ψαλμόν έχει, διδαχήν έχει, γλώσσαν έχει, αποκάλυψιν έχει, ερμηνείαν έχει πάντα ας γίνωνται προς οικοδομήν» (Α΄Κορινθίους,ιδ΄:12,15,26). Αυτά τα εδάφια, όπως  και τα υπόλοιπα αυτού του κεφαλαίου φανερώνουν ότι στη χριστιανική ‘εν πνεύματι και αληθεία’ λατρεία, βασικό ρόλο παίζουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα οποία όμως πρέπει ενεργούνται ευσχημόνως και κατά τάξη.
Βέβαια η κύρια λατρευτική συνάθροιση της εκκλησίας γίνεται την Κυριακή, κατά την οποία λαμβάνει χώρα η Θεία Κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Κυρίου, στην οποία είναι απαραίτητο να συμμετέχει κάθε χριστιανός, αν θέλει να συνεχίσει να ανήκει στην εκκλησία του Χριστού (Α΄Κορινθίους,ι΄:16,17).
Η προσευχή της εκκλησίας έχει δύναμη, γιατί όταν προσεύχονται όλοι οι πιστοί ένθερμα και με πίστη, ο Θεός απαντάει με θαυμαστές ενέργειες . Τέτοιο παράδειγμα βλέπουμε στις Πράξεις των Αποστόλων, όταν ο Ηρώδης  έπιασε τον Πέτρο και τον έβαλε στη φυλακή, η εκκλησία έκανε ακατάπαυστη προσευχή για τον Πέτρο και ο Κύριος ενήργησε θαυμαστά, έστειλε άγγελο και ελευθέρωσε τον Πέτρο. Ο Ηρώδης είχε στρατιώτες και η δύναμή του ήταν ανθρώπινη γιατί στηριζόταν σε ανθρώπους και σε όπλα. Η εκκλησία έχει τον Ιησού Χριστό και δεν στηρίζεται σε καμία ανθρώπινη δύναμη αλλά στον Πατέρα Θεό και με πνευματικά όπλα, όπως η προσευχή με πίστη, θα βλέπει την δύναμη του Θεού να νικάει τις επιθέσεις του πονηρού. (Πράξεις,ιβ΄:1-19).
Βέβαια για να συμβαίνει αυτό πρέπει οι πιστοί σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, να αγρυπνούν και να προσεύχονται για να μην πέσουν σε πειρασμό (Ματθαίος,κς΄:41). Συνεπώς η προσευχή μπορούμε να πούμε, ότι δρα προληπτικά ώστε να μην πέσουμε σε πειρασμό.
Ολοκληρώνοντας λέμε ότι η ‘εν πνεύματι και αληθεία λατρεία’ περιλαμβάνεται συνοπτικά στο εδάφιο: « και ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων και εν τη κοινωνία και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς» (Πράξεις,β΄:42). Μέσω αυτών των πνευματικών ενεργειών όλοι οι χριστιανοί επικοινωνούμε με τον Θεό, πληρούμαστε Πνεύματος Αγίου, αυξάνεται πνευματικά ο εσωτερικός μας άνθρωπος, υπηρετούμε και συγχωρούμε αλλήλους, ζητάμε αιτήματα από τον Θεό και δια της πίστεως τα λαμβάνουμε. Είναι η δική μας ζωντανή θυσία, η οποία γίνεται με το σώμα μας, μιας και για να εμμένουμε σ’ αυτές τις πνευματικές ενέργειες,  καλούμαστε να θυσιάσουμε,  από το χρόνο μας, την ξεκούρασή μας και γενικά από το ανθρώπινο θέλημά μας. Έτσι  θα φθάσουμε να απολαμβάνουμε την παρουσία του Θεού μέσα μας και κάθε δοκιμασία που θα περάσουμε, να την αντιμετωπίζουμε όπως ο Κύριος προσευχόμενοι και λέγοντας ‘ουχί ως εγώ θέλω, αλλ' ως συ’(Ματθαίος, κς΄:39).Αμήν.

 


«..διότι το πάσχα ημών εθυσιάσθη υπέρ ημών, ο Χριστός»                         (Α΄ Κορινθίους,ε΄:7)

Όπως γνωρίζουμε σε όλα τα χριστιανικά κράτη γιορτάζεται το Πάσχα. Είναι μια παράδοση ενθύμησης για τα πάθη, την σταύρωση και ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος θυσιάστηκε για την σωτηρία όλου του κόσμου. Η εορτή της ανάστασης του Κυρίου στη χώρα μας, την Κυριακή του Πάσχα, συνοδεύεται με το  ψήσιμο αρνιού ή κατσικιού, το τσούγκρισμα κόκκινων αυγών και  τους χαιρετισμούς ‘Χριστός ανέστη’ και ‘Αληθώς ανέστη ο Κύριος’ . Σίγουρα το να θυμόμαστε τα πάθη, την ανάσταση και γενικά το σωτήριο έργο του Κυρίου Ιησού είναι καλό, αλλά το να έχουμε πάρει από τον Κύριο τη προσωπική  μας σωτηρία και να τη ζούμε απελευθερωμένοι από τις αμαρτίες μας, είναι πολύ καλύτερο και το ουσιαστικό. Άλλωστε γι’ αυτό έγινε άνθρωπος ο Κύριος Ιησούς, για να θυσιαστεί χύνοντας τα αίμα Του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, πληρώνοντας έτσι σαν αναμάρτητος για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων. 
Συνεπώς ο Κύριος Ιησούς Χριστός έγινε θυσία για να γνωρίσουμε το θαύμα της δικής Του ανάστασης στη ζωή μας, έτσι ώστε να Τον γνωρίσουμε προσωπικά και να ζήσουμε μια νέα ζωή μαζί μ’ Αυτόν, ελεύθεροι από την δουλεία στην αμαρτία. Είναι στο χέρι μας να ζητήσουμε τον Ιησού Χριστό, να του πούμε να έρθει στη ζωή μας ώστε να έχουμε προσωπική εμπειρία και πίστη στο θαύμα της ανάστασης μιας και θα έχει ενεργήσει στη ζωή μας το μεγάλο θαύμα της αναγέννησης. 
Είναι απλό αυτό που μας ζητάει ο Κύριος:
«Αιτείτε, και θέλει σας δοθή∙ ζητείτε, και θέλετε ευρεί∙ κρούετε, και θέλει σας ανοιχθή∙ διότι πας ο αιτών λαμβάνει, και ο ζητών ευρίσκει, και εις τον κρούοντα θέλει ανοιχθή» (Ματθαίος,ζ΄:7-8). Αυτό που ο Κύριος θέλει να δώσει σ’ όποιον πιστεύει σ’ Αυτόν, είναι η αιώνια ζωή (Ιωάννης,γ΄:16). Όσο αφορά το τι είναι η αιώνια ζωή, ο Κύριος Ιησούς μας διευκρίνισε σχετικά, όταν προσευχόμενος στον Πατέρα, λίγο πριν πάθει, εκτός των άλλων είπε: «Αύτη δε είναι η αιώνιος ζωή, το να γνωρίζωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν, και τον οποίον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιωάννης, ιζ΄:3). 
Ο Κύριος Ιησούς πέθανε για τις αμαρτίες μας και αναστήθηκε για τη δικαίωση μας, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε όλους που πιστεύουμε σ’ Αυτόν, να «πεθάνουμε» για τις αμαρτίες μας και να «συναναστηθούμε» μαζί Του για να ζήσουμε μια νέα ζωή. Ο Κύριος μετά την ανάστασή Του, είπε στους μαθητές Του:
«Υπάγετε εις όλον τον κόσμον, και κηρύξατε το ευαγγέλιον εις όλην την κτίσιν. Όστις πιστεύση και βαπτισθή, θέλει σωθή∙ όστις όμως απιστήση, θέλει κατακριθή» (Μάρκος,ις΄:15-16). Επίσης ο απόστολος Πέτρος,   την ημέρα της Πεντηκοστής μετά το κήρυγμα που έκανε, όταν αυτοί που άκουσαν ρώτησαν: ‘Τι πρέπει να κάμωμεν, άνδρες αδελφοί;’ είπε: «Μετανοήσατε, και ας βαπτισθή έκαστος υμών εις το όνομα του Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών, και θέλετε λάβει την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Διότι προς εσάς είναι η επαγγελία και προς τα τέκνα σας και προς πάντας τους εις μακράν, όσους αν προσκαλέση Κύριος ο Θεός ημών.» (Πράξεις, β΄:38,39). Συνεπώς αυτό που πρώτα θέλει ο Κύριος από κάθε άνθρωπο που πιστεύει σ’ Αυτόν και μετανοεί για τις αμαρτίες του, είναι να βαπτιστεί στο νερό. Με το βάπτισμα στο νερό βαπτιζόμαστε στο θάνατο του Ιησού για να πεθάνουμε ως προς την αμαρτία έτσι ώστε να μην είμαστε πλέον δούλοι της αμαρτίας. Διαβάζουμε σχετικά: «Ή αγνοείτε ότι όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν; Συνετάφημεν λοιπόν μετ’ αυτού δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα καθώς ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών διά της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς περιπατήσωμεν εις νέαν ζωήν. Διότι εάν εγείναμεν σύμφυτοι με αυτόν κατά την ομοιότητα του θανάτου αυτού, θέλομεν είσθαι και κατά την ομοιότητα της αναστάσεως∙ τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη, διά να καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, ώστε να μη ήμεθα πλέον δούλοι της αμαρτίας. Διότι ο αποθανών ηλευθερώθη από της αμαρτίας» (Ρωμαίους,ς΄:3-7).

Ακόμη ο απόστολος Πέτρος αναφέρει: «…το βάπτισμα, σώζει και ημάς την σήμερον, ουχί αποβολή της ακαθαρσίας της σαρκός, αλλά μαρτυρία της αγαθής συνειδήσεως εις Θεόν, διά της αναστάσεως του Ιησού Χριστού » (Α΄ Πέτρου,γ΄:21). Αυτά τα εδάφια φανερώνουν ότι το βάπτισμα έχει μεγάλη σημασία μιας και συνδέεται με τη σωτηρία και είναι έγκυρο όταν αποτελεί μαρτυρία αγαθής συνείδησης και μετάνοιας του πιστού. Γι’ αυτό καλό είναι ο κάθε άνθρωπος να κάνει ένα σωτήριο βήμα δια της πίστεως, να πάρει μια Καινή Διαθήκη, που είναι το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, να τη μελετήσει προσεκτικά και το Άγιο Πνεύμα θα τον βοηθήσει να επικαλεστεί τον Ιησού Χριστό, ώστε να ‘γεννηθεί άνωθεν’ και να σωθεί. Τότε ο αναγεννημένος πιστός πρέπει να πάρει συνειδητά την απόφαση να βαπτιστεί στο νερό, θάβοντας έτσι τον ‘παλαιό  άνθρωπο’ και ξεκινώντας  μια νέα ζωή εν Χριστώ.

Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει αναλυτικά για τη θυσία του Κυρίου. Αναφέρει ότι ο Κύριος κράτησε τις ασθένειες μας, φορτώθηκε τις θλίψεις μας, τραυματίστηκε για τις παραβάσεις μας, ταλαιπωρήθηκε για τις ανομίες μας  και  από τις πληγές του εμείς θεραπευθήκαμε και έχουμε ειρήνη (Ησαΐας, νγ΄:4-12). Οι προφητείες αυτές εκπληρώθηκαν με την σταύρωση και την ανάστασή του Κυρίου διότι έτσι ο Κύριος πάταξε τον θάνατο και έγινε πρωτότοκος εκ των νεκρών, ο μόνος σωτήρας των ανθρώπων, όπως και ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων  (Κολοσσαείς, α΄:18), (Πράξεις, δ΄:12),(Α΄ Τιμόθεον, β΄:5).
Ο Πατέρας Θεός με τη θυσία του Υιού Του, όχι μόνο μας συμφιλίωσε μαζί Του αλλά μας έδωσε την διακονία της συμφιλίωσης. Δηλαδή επειδή ο Θεός ήταν στον Ιησού και συμφιλίωνε τον κόσμο με τον εαυτό Του, έτσι και σήμερα οι αναγεννημένοι πιστοί μέσα στους οποίους κατοικεί ο τριαδικός Θεός, είναι πρέσβεις Χριστού και ο Θεός τους έχει εμπιστευτεί τον λόγο της συμφιλίωσης (Β΄ Κορινθίους,ε΄:18-21). Ο λόγος αυτός είναι βασικά η ομολογία του πιστού που φανερώνει στους ανθρώπους πως και αυτοί μπορούν ‘από μακράν να γίνουν πλησίον’ του Θεού, με τη θυσία του Κυρίου.  
Συνοψίζοντας λέμε ότι ο Πατέρας Θεός άνοιξε πόρτα χάριτος στη ζωή μας δίνοντας μας την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον αναστημένο Ιησού Χριστό και μέσω αυτού να λάβουμε δια της πίστεως την σωτηρία της ψυχής μας. Ο Κύριος Ιησούς θυσιάστηκε για τις αμαρτίες μας και αναστήθηκε για την δικαίωσή μας. Συνεπώς δεν θα δικαιωθεί κάποιος με τα καλά του έργα, αλλά αυτός που θα πιστέψει στον Ιησού Χριστό, θα μετανοεί για τις αμαρτίες του και με την χάρη και βοήθειά Του θα ζει κάνοντας καλά έργα μέχρι να εισέλθει στην ουράνια βασιλεία Του (Ρωμαίους,γ΄:20-28, δ΄:25,ε΄:1-2),(Γαλάτες, β΄:16), (Εβραίους,γ:6,14). Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι
‘ ο Αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου’ που ήρθε στον κόσμο και θυσιάστηκε για  να καθαρίζει με το αίμα Του από κάθε αμαρτία, όλους  που πιστεύουμε σ’ Αυτόν και μετανοούμε, έτσι ώστε να ζήσουμε αιώνια μαζί Του. Ας τον πλησιάζουμε λοιπόν με πίστη, παρρησία και μετάνοια, έτσι ώστε να εορτάζουμε ουσιαστικά το προσωπικό χριστιανικό μας Πάσχα. Αμήν!

 

«Αφού λοιπόν εγευμάτισαν, λέγει προς τον Σίμωνα Πέτρον ο Ιησούς, Σίμων Ιωνά, αγαπάς με περισσότερον τούτων; Λέγει προς αυτόν, Ναι, Κύριε, συ εξεύρεις ότι σε αγαπώ» (Ιωάννης, κα΄:15)

O συγκεκριμένος διάλογος έλαβε χώρα μετά την ανάσταση του Κυρίου. Τότε με πρωτοβουλία του Πέτρου, ορισμένοι μαθητές είχαν πάει για ψάρεμα και όλη την νύκτα δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Το πρωί βρέθηκε στον αιγιαλό ο Κύριος Ιησούς και είπε στους μαθητές Του να ρίξουν τα δίκτυα στα δεξιά του πλοίου και αφού αυτοί τα έριξαν έπιασαν πολλά ψάρια. Ο Ιωάννης κατάλαβε ότι ήταν ο Κύριος και στη συνέχεια ο Πέτρος κολυμπώντας και οι υπόλοιποι μαθητές με το πλοίο, πήγαν να συναντήσουν τον Κύριο, ο οποίος είχε μια ανθρακιά με ψάρι και ψωμί. Όταν ήταν όλοι μαζί ο Κύριος τους έδωσε να φάνε το ψωμί και το ψάρι και παρόλο που  κανένας δεν τολμούσε να Τον ρωτήσει, όλοι είχαν καταλάβει ότι ήταν ο αναστημένος Κύριος. Μετά το γεύμα ο Κύριος Ιησούς ρώτησε  ενώπιον όλων τον απόστολο Πέτρο αν τον αγαπάει ‘περισσότερον τούτων’. Λέγοντας ‘τούτων’ πιστεύουμε ότι ο Κύριος εννοούσε οτιδήποτε αγαπούσε ο Πέτρος, όπως π.χ. συγγενικά πρόσωπα, φίλους, περιουσιακά στοιχεία, επάγγελμα και ασχολίες. Ο Κύριος τον ρώτησε τρεις φορές και ο Πέτρος του απάντησε και στις τρεις φορές ότι τον αγαπάει. Ο Κύριος μετά από κάθε καταφατική απάντηση του Πέτρου, του έλεγε: ‘Βόσκε τα αρνία μου’, ‘Ποίμαινε τα πρόβατά μου’,‘Βόσκε τα πρόβατά μου’, θέλοντας, όπως πιστεύουμε, να του δείξει με τι συνδέεται η ειλικρινής αγάπη του σ’ Αυτόν (Ιωάννης, κα΄:1-17).

Μέσα στο λόγο του Θεού διαβάζουμε πως αυτή η περίσσεια της αγάπης που ήθελε ο Κύριος από τον Πέτρο αφορά και εμάς και γενικά τον καθένα που θέλει να ακολουθήσει τον Ιησού Χριστό. Αναφέρουμε σχετικά: «Όστις αγαπά πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού∙ και όστις αγαπά υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού. Και όστις δεν λαμβάνει τον σταυρόν αυτού, και ακολουθεί οπίσω μου, δεν είναι άξιος εμού. Όστις εύρη την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν∙ και όστις απολέση την ζωήν αυτού δι’ εμέ, θέλει ευρεί συτήν» (Ματθαίος,ι΄:37-39).

Ο Κύριος Ιησούς θέτει μια ιεραρχία λέγοντας ότι η αγάπη μας προς Αυτόν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από εκείνη που έχουμε προς τα συγγενικά πρόσωπα.  Το να έχουμε τον Κύριο στην πρώτη θέση στην καρδιά μας, είναι κάτι που μας συμφέρει και δεν σημαίνει ότι ο Θεός δεν αγαπάει τους συγγενείς μας. Αντίθετα, αν αγαπάμε πάνω απ’ όλα τον Θεό, τότε ο Θεός που είναι αγάπη θα μας γεμίζει με την ανεξάντλητη αγάπη Του, ώστε να αγαπάμε σωστά όχι μόνο τους οικείους μας αλλά και τους εχθρούς μας. Όση περισσότερη επαφή έχουμε με τον Θεό τόση περισσότερη αγάπη θα έχουμε προς Αυτόν και προς όλους. Η δε επαφή με το Θεό, για τον αναγεννημένο χριστιανό, πραγματοποιείται βασικά μέσω της υγιαίνουσας διδασκαλίας του λόγου του Θεού από τους ανθρώπους που έχει θέσει ο Θεός, μέσω της συναναστροφής με τα εν Χριστώ αδέλφια, με τη συμμετοχή  στη Θεία Κοινωνία του σώματος και αίματος του Κυρίου και μέσω των εν Πνεύματι Αγίω προσευχών (Πράξεις, β΄:42).

Υπάρχουν παραδείγματα μέσα στην Γραφή από ανθρώπους που έδειξαν εμπράκτως ότι αγαπούσαν πάνω από όλους και όλα τον Θεό και ευλογήθηκαν για αυτή τους την επιλογή. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο Αβραάμ που δοκιμάστηκε σκληρά από  τον Θεό, όταν του ζήτησε να θυσιάσει τον γιό του τον μονογενή. Ο Αβραάμ δεν αντέδρασε προς τον Θεό, ούτε έφερε αντίρρηση, αλλά ετοίμασε το ζώο του για το ταξίδι, πήρε τα ξύλα για το ολοκαύτωμα, πήρε και δυο δούλους μαζί με τον γιό του και προχώρησαν οδό τριών ημερών μέχρι το βουνό Μοριά.  Όταν έφτασε κοντά στο τόπο της θυσίας, πήρε τον γιό του, τα ξύλα και το μαχαίρι και είπε στους δούλους του να περιμένουν μέχρι να επιστρέψουν. Τα ξύλα τα φόρτωσε στον Ισαάκ και εκείνος πήρε την φωτιά και το μαχαίρι. Ο Ισαάκ βλέποντας ότι λείπει το ζώο, ρώτησε τον πατέρα του πού είναι το πρόβατο για το ολοκαύτωμα. Ο Αβραάμ του είπε ότι ο Θεός θα προβλέψει πρόβατο για το ολοκαύτωμα. Μόλις έφτασαν στον τόπο, ο Αβραάμ έφτιαξε το θυσιαστήριο, έβαλε τα ξύλα και μετά έβαλε πάνω τους τον Ισαάκ το οποίο και τον έδεσε πάνω σε αυτά και όταν πήρε το μαχαίρι  να σφάξει τον γιό του τότε του φώναξε  άγγελος Κυρίου και του είπε να μην κάνει κακό στο παιδί γιατί τώρα γνώρισε ο Θεός ότι ο Αβραάμ Τον φοβάται, επειδή δεν λυπήθηκε τον υιό του τον μονογενή για Αυτόν. Μετά από λίγο ο Αβραάμ είδε πίσω του ένα κριάρι εγκλωβισμένο από τα κέρατά του σε ένα πυκνόκλαδο φυτό, το οποίο και πήρε και το θυσίασε αντί του γιού του. Ο άγγελος μίλησε στον Αβραάμ για δεύτερη φορά και του είπε τα λόγια του Θεού, λέγοντας ότι ‘Ορκίστηκα στον εαυτό μου, λέει ο Κύριος, ότι επειδή έπραξες το πράγμα τούτο και δεν λυπήθηκες τον υιό σου τον μονογενή σου, ευλογών θα σε ευλογήσω και πληθύνων θα πληθύνω το σπέρμα σου σαν τα άστρα του ουρανού και σαν την άμμο που είναι κοντά στο χείλος της θάλασσας, και το σπέρμα σου θα κυριεύει τις πύλες των εχθρών σου και διαμέσου του σπέρματός σου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης διότι υπάκουσες στην φωνή μου’. (Γένεσις, κβ΄:1-19).

Ο Θεός δεν είναι άδικος ώστε να ήθελε το θάνατο του Ισαάκ, αλλά δοκίμασε τον Αβραάμ. Ο Αβραάμ από την πλευρά του, δια πίστεως πέρασε επιτυχώς αυτή τη μεγάλη δοκιμασία. Θα μπορούσε να καταλογίσει στο Θεό το λιγότερο ασυνέπεια, από τη μία να του λέει ότι από τον Ισαάκ θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της Γης και από την άλλη να του ζητεί να τον θυσιάσει. Όμως ο Αβραάμ συλλογίστηκε  ότι ο Θεός μπορούσε να δώσει απογόνους στον Ισαάκ,  γιατί πίστεψε  ότι και από νεκρό μπορούσε να τον αναστήσει (Εβραίους,ια΄:18-19). Ο Αβραάμ απέδειξε ότι αγαπάει τον Θεό πιο πολύ από τον γιό του και για την πίστη του ο Θεός τον ευλόγησε και από το σπέρμα του, τον Ισαάκ, γεννήθηκε κατά σάρκα, ο Υιός του Θεού Ιησούς Χριστός.

Συνοψίζοντας λέμε ότι ο Θεός θέλει η αγάπη μας σ’ Αυτόν, να είναι πιο πάνω από τον εαυτό μας, από τα αγαπημένα μας πρόσωπα, από τα υπάρχοντά μας, από την δουλειά μας, από τις ανάγκες μας και από κάθε τι που μας περιβάλει. Αυτή την ιεραρχία θέλει ο Θεός να τη θέσουμε με ελευθερία και με προσωπική επιλογή και όχι με εξαναγκασμό. Βέβαια επειδή η καρδιά μας είναι απατηλή, μπορεί να νομίζουμε ότι αγαπάμε πάνω από όλα τον Θεό, χωρίς όμως αυτό στη πραγματικότητα να συμβαίνει. Γι’ αυτό ο Κύριος Ιησούς Χριστός, μας φανερώνει μέσα στο γραπτό λόγο του Θεού, την Καινή Διαθήκη, κάποια κριτήρια που φανερώνουν αν έχουμε ή όχι, σωστή αγάπη και πίστη στο Θεό.  Αναφέρουμε σχετικά:

«Δόξαν παρά ανθρώπων δεν λαμβάνω• αλλά σας εγνώρισα ότι την αγάπην του Θεού δεν έχετε εν εαυτοίς• …Πως δύνασθε σεις να πιστεύσητε, οίτινες λαμβάνετε δόξαν ο εις παρά του άλλου, και δεν ζητείτε την δόξαν την παρά του μόνου Θεού; »(Ιωάννης, ε΄:41,42,44).

«Εάν με αγαπάτε, τας εντολάς μου φυλάξατε» (Ιωάννης, ιδ΄:15).

«Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και μισή τον αδελφόν αυτού, ψεύστης είναι• διότι όστις δεν αγαπά τον αδελφόν αυτού, τον οποίον είδε, τον Θεόν, τον οποίον δεν είδε πως δύναται να αγαπά;» (Α΄ Ιωάννου, δ΄:20).


Αν αγαπάμε τον Θεό πάνω από όλα, τότε θα  έχουμε και όλα τα ‘προς ζωή και ευσέβεια’ γιατί ο Θεός σαν καλός Πατέρας  αγαπάει και δίνει αγαθές δόσεις στα παιδιά Του. Αν όμως θέτουμε άλλα πράγματα πιο πάνω από τον Θεό, υπάρχει κίνδυνος να μη δεχθούμε την πρόσκληση του Θεού για την βασιλεία των ουρανών(Λουκάς,ιδ΄:16-20). Είναι προς συμφέρον μας να αγαπάμε τον Θεό πάνω από όλους και από όλα. Ο Κύριος, εφόσον το ζητάμε, μπορεί να κατευθύνει τις καρδιές μας, πρώτα απ’ όλα, στην  αγάπη του Θεού και στην προσδοκία του Χριστού. Αμήν!

 

 

«…Ο Θεός είναι αγάπη∙ και όστις μένει εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει, και ο Θεός εν αυτώ» (Α΄ Ιωάννου, δ΄:16)

Πολλοί  άνθρωποι  συχνά λένε  ‘ο Θεός αγαπάει όλο τον κόσμο’ ή ότι ‘ο Θεός είναι μεγάλος’, γεγονός που δηλώνει ότι έχουν μέσα στη συνείδησή τους μια γενική πίστη στην αγάπη και παντοδυναμία του Θεού. Ο Θεός όντως μας αγαπάει και αυτό το απέδειξε στέλνοντας τον Υιό Του Ιησού Χριστό, για να σώσει τον κόσμο από τον αιώνιο θάνατο, δίνοντας αιώνια ζωή σ’ αυτούς που θα πιστέψουν σ’ Αυτόν.  Γνωρίζουμε όμως ότι ο Θεός δίνει και σήμερα αιώνια ζωή; Γνωρίζουμε ότι αν επικαλεστούμε το όνομα του Ιησού Χριστού θα σωθούμε; Οι ερωτήσεις αυτές πρέπει να πάρουν καταφατική απάντηση από τον καθένα μας προσωπικά. Γι’ αυτό καλό είναι να μην μένουμε στην θεωρία μόνο ότι ο Θεός είναι αγάπη αλλά να έχουμε προσωπική εμπειρία για την αγάπη του Θεού προς εμάς. Ο γραμμένος λόγος του Θεού στη Καινή Διαθήκη, μας φανερώνει ότι αυτή η εμπειρία ξεκινάει όταν γνωρίσει κάποιος τον αναστημένο Ιησού Χριστό, σαν προσωπικό του σωτήρα και Κύριο. Ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή• ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ειμή δι' εμού» (Ιωάννης, ιδ΄:6).

Επί πλέον ο Κύριος Ιησούς διευκρινίζει σ’ όσους νομίζουν  ότι με το να μελετούν μόνο τις γραφές έχουν ζωή, λέγοντας: «Ερευνάτε τας γραφάς, διότι σεις νομίζετε ότι εν αυταίς έχετε ζωήν αιώνιον• και εκείναι είναι αι μαρτυρούσαι περί εμού• πλην δεν θέλετε να έλθητε προς εμέ, διά να έχητε ζωήν.» (Ιωάννης, ε΄:39,40). Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος, δια Πνεύματος Αγίου τονίζει: «Διότι δεν αισχύνομαι το ευαγγέλιο του Χριστού∙ επειδή είναι δύναμις Θεού προς σωτηρίαν εις πάντα τον πιστεύοντα…» (Ρωμαίους,α΄:16). Έτσι για να επιτευχθεί η σωτηρία της ψυχής σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου πρέπει ο άνθρωπος, όχι μόνο να ακούσει ή να μελετήσει το γραμμένο λόγο του Θεού, αλλά να πιστέψει στον Ιησού Χριστό και να Τον επικαλεστεί να έρθει στη ζωή του. Τότε με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος πραγματοποιείται η αναγέννηση του ανθρώπου (Ιωάννης, γ΄:5). Δηλαδή «γεννιέται» ένας νέος πνευματικός άνθρωπος που μπορεί με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος να θανατώνει τις αμαρτωλές επιθυμίες του παλαιού σαρκικού ανθρώπου. Το αισθητό αποτέλεσμα της αναγέννησης είναι η ανακαίνιση της διάνοιας και ο καθαρισμός της πνευματικής καρδιάς, που δίνουν τη δυνατότητα στο χριστιανό να εννοεί και να θέλει να κάνει το θέλημα του Θεού.

Ο λόγος του Θεού φανερώνει ότι το θέλημα του Θεού είναι ο άνθρωπος αφού πιστέψει, να βαπτιστεί στο νερό (Μάρκος,ις΄:16), μιας και με το βάπτισμα γίνεται συγχρόνως μαρτυρία της αγαθής συνειδήσεως του πιστού (Α΄ Πέτρου, γ΄:21) και συνταφή του παλαιού του ανθρώπου στο θάνατο του Χριστού (Ρωμαίους, ς΄:4).

Η έκφραση  της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο μετά την αναγέννηση, συνεχίζεται με την βάπτιση στο Άγιο Πνεύμα. Ο Κύριος Ιησούς είπε στους μαθητές Του: ‘συμφέρει εις εσάς να απέλθω εγώ. Διότι εάν δεν απέλθω, ο Παράκλητος δεν θέλει ελθεί προς εσάς• αλλ' αφού απέλθω, θέλω πέμψει αυτόν προς εσάς’(Ιωάννης, ις΄:7 ),ενώ λίγο πριν αναληφθεί τους παρήγγειλε ‘να μη απομακρυνθώσιν από Ιεροσολύμων, αλλά να περιμένωσι την επαγγελίαν του Πατρός, την οποίαν ηκούσατε, είπε, παρ' εμού.  Διότι ο μεν Ιωάννης εβάπτισεν εν ύδατι, σεις όμως θέλετε βαπτισθή εν Πνεύματι Αγίω ουχί μετά πολλάς ταύτας ημέρας (Πράξεις, α΄:4). Η επαγγελία του Πατρός εκπληρώθηκε για πρώτη φορά την ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία βαπτίστηκαν στο Άγιο Πνεύμα οι απόστολοι του Κυρίου, η μητέρα Του, οι αδελφοί Του, συνολικά 120 πιστοί. Όταν ο απόστολος Πέτρος μίλησε στο πλήθος που συγκεντρώθηκε, σχετικά με το θαυμαστό αυτό γεγονός, ολοκληρώνοντας την ομιλία του τόνισε: ‘Μετανοήσατε, και ας βαπτισθή έκαστος υμών εις το όνομα του Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών, και θέλετε λάβει την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Διότι προς εσάς είναι η επαγγελία και προς τα τέκνα σας και προς πάντας τους εις μακράν, όσους αν προσκαλέση Κύριος ο Θεός ημών. (Πράξεις, β΄:39,40). Συνεπώς το βάπτισμα στο Άγιο Πνεύμα είναι και για όλους τους πιστούς που προσκαλεί σήμερα ο Κύριος και μαζί με την αναγέννηση αποτελούν τα μεγαλύτερα έργα αγάπης του Τριαδικού Θεού στους ανθρώπους που πιστεύουν. 

Υπάρχουν βέβαια φορές που η αγάπη του Θεού εκδηλώνεται με την μορφή της παιδείας. Δηλαδή αναγκάζεται ο Θεός να φέρει δύσκολες καταστάσεις στο παιδί Του με σκοπό την διόρθωση του. Αυτό συμβαίνει όταν ο αναγεννημένος χριστιανός βρίσκεται σε διαρκή αμαρτία και χωρίς να μετανοεί λαμβάνει αναξίως από του σώματος και αίματος του Κυρίου,  κατά τη Θεία Κοινωνία, που γίνεται κάθε Κυριακή. Διαβάζουμε σχετικά: «Διότι ο τρώγων και πίνων αναξίως, τρώγει και πίνει κατάκρισιν εις εαυτόν, μη διακρίνων του σώμα του Κυρίου. Δια τούτο υπάρχουσι μεταξύ σας πολλοί ασθενείς και άρρωστοι, και αποθνήσκουσιν ικανοί. Διότι εάν διεκρίνομεν εαυτούς, δεν ηθέλομεν κρίνεσθαι. Αλλ’ όταν κρινώμεθα, παιδευόμεθα υπό του Κυρίου, δια να μη κατακριθώμεν μετά του κόσμου» (Α΄ Κορινθίους, ια΄: 29-32). Με βάση τα εδάφια αυτά, όταν κάποιος αμαρτάνει και λαμβάνει αναξίως το σώμα και το αίμα του Κυρίου Ιησού, ο Θεός τον «παιδεύει» με σκοπό να τον φέρει σε επίγνωση του λάθους και να μετανοήσει ώστε να μην κατακριθεί την ημέρα της κρίσεως. Ο Κύριος έχει αγαθό σκοπό όταν επιτρέπει μια παιδεία και πίσω από την παιδεία  κρύβεται η αγάπη Του στα παιδιά Του.

Επίσης κάποιες δύσκολες καταστάσεις που επιτρέπει ο Θεός στα παιδιά Του, πάλι από αγάπη, έχουν σκοπό την πνευματική αύξησή τους. Έχουμε το παράδειγμα του Ιώβ, ο οποίος δοκιμάστηκε σκληρά. Έχασε την περιουσία του, τα παιδιά του που σκοτώθηκαν σε μια ημέρα και τελικά έχασε και την υγεία του. Όλα αυτά τα προξένησε   ο διάβολος όταν πήρε την άδεια του Κυρίου να τον πειράξει. Δεν υπάρχει παρόμοιο παράδειγμα σε όλη την Γραφή για μια τόσο μεγάλη δοκιμασία, αλλά ο Κύριος γνώριζε τον Ιώβ καλύτερα από όλους. Ο Ιώβ δεν τα έβαλε με τον Κύριο, ούτε Τον βλασφήμησε. Ο λόγος του Θεού γράφει ότι ο Θεός δεν θα μας αφήσει να πειραστούμε πάνω από τη δύναμή μας, αλλά μετά τον πειρασμό θα κάνει και την έκβαση ώστε να μπορούμε να το υποφέρουμε (Α΄ Κορινθίους,ι΄:13). Έτσι και έγινε στον Ιώβ. Ο Κύριος τον επισκέφτηκε, αποκατέστησε την υγεία του, του έδωσε πάλι 10 παιδιά, διπλασίασε την περιουσία του και πλέον ο Ιώβ κατάλαβε ότι ο Θεός τον οποίο λάτρευε είναι ένας ζωντανός Θεός και όσοι πιστεύουν και ελπίζουν σε αυτόν δεν θα ντροπιαστούν. Αυξήθηκε η πίστη του Ιώβ στον Θεό, έζησε ευλογημένος και πέθανε πλήρης ημερών. Έτσι οι όποιες δύσκολες καταστάσεις που επιτρέπει ο Θεός χωρίς να φταίμε, είναι μέσα στο σχέδιο της αγάπης του Θεού προς εμάς, για να μας αναβαθμίσει πνευματικά.

Τέλος επειδή η έννοια της αγάπης έχει διαστρεβλωθεί, αναφέρουμε το γραφικό ορισμό της ειλικρινούς αγάπης του ανθρώπου προς το Θεό :‘Διότι αύτη είναι η αγάπη του Θεού, το να φυλάττωμεν τας εντολάς αυτού• και αι εντολαί αυτού βαρείαι δεν είναι.’ (Α΄ Ιωάννου,ε΄:3).
Να θυμόμαστε πάντα ότι ο Θεός είναι αγάπη και ‘
ότι πάντα συνεργούσι προς το αγαθόν εις τους αγαπώντας τον Θεόν’(Ρωμαίους, η:28). Αμήν!

 

 

   «…Δίδαξον ημάς να μετρώμεν ούτω τας ημέρας ημών, ώστε να προσκολλώμεν τας καρδίας ημών εις την σοφίαν» (Ψαλμός 90:12)
   « Επειδή λοιπόν ο Χριστός έπαθεν υπέρ ημών κατά σάρκα, οπλίσθητε και σεις το αυτό φρόνημα, διότι ο παθών κατά σάρκα έπαυσεν από της αμαρτίας,  διά να ζήσητε τον εν σαρκί επίλοιπον χρόνον, ουχί πλέον εν ταις επιθυμίαις των ανθρώπων, αλλ' εν τω θελήματι του Θεού.» (Α΄ Πέτρου,β΄:1,2)
   Το 2017 ήρθε. Ο καινούργιος χρόνος βρήκε πολλούς ανθρώπους σε σπίτια να ανταλλάσουν δώρα και ευχές με τα αγαπημένα τους πρόσωπα, άλλους να διασκεδάζουν σε νυχτερινά κέντρα, άλλους  στις δουλειές τους, αλλά δυστυχώς βρήκε και πολλούς να δυστυχούν είτε σαν ασθενείς είτε σαν άνεργοι,  σαν άστεγοι και γενικότερα αντιμετωπίζοντας σοβαρά ατομικά, οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα.
   Βέβαια είναι πολύ καλό ο άνθρωπος να χαίρεται τις γιορτινές μέρες με τα αγαπημένα του πρόσωπα, αλλά θα είναι πολύ πιο καλό, αν δεν το έχει κάνει μέχρι σήμερα, να προσθέσει στη ζωή του το πιο  αγαπητό πρόσωπο. Αυτό το πρόσωπο είναι ο Ιησούς Χριστός. Ο Κύριος Ιησούς είναι πρόθυμος να μπει στο σπίτι μας και κυρίως στην καρδιά μας, γι’ αυτό μας προτρέπει να του ανοίξουμε την πόρτα λέγοντας: «Ιδού, ίσταμαι εις την θύραν και κρούω∙ εάν τις ακούση της φωνής μου, και ανοίξη την θύραν, θέλω εισέλθη προς αυτόν, και θέλω δειπνήσει μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού» (Αποκάλυψις,γ΄:20). Επί πλέον μας λέει «Εάν τις με αγαπά, τον λόγον μου θέλει φυλάξει, και ο Πατήρ μου θέλει αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν θέλομεν ελθεί, και εν αυτώ θέλομεν κατοικήσει» (Ιωάννης,ιδ΄:23). Από τα λόγια αυτά φαίνεται ότι ο Κύριος δεν αναγκάζει κανένα να Τον δεχθεί, αλλά θέλει η σχέση του με οποιονδήποτε άνθρωπο να βασίζεται στην απόλυτη ελευθερία, πίστη και αγάπη του ανθρώπου. Είναι για το πνευματικό μας συμφέρον να ανταποκριθούμε σ’ αυτή την  επίσκεψη του Κυρίου. Αν εμείς σήμερα ανοίξουμε την πόρτα της καρδιάς μας στον Ιησού Χριστό, ο Κύριος θα ανταποκριθεί κάνοντας αισθητή την παρουσία Του μέσα στον εσωτερικό μας άνθρωπο, καθαρίζοντας μας από αμαρτίες και ενοχές και ελευθερώνοντάς μας από πάθη και κακές επιθυμίες.
   Ένα γραφικό παράδειγμα ανθρώπου που ανταποκρίθηκε στη πρόσκληση του Κυρίου ήταν ο Ζακχαίος. Στο ευαγγέλιο του Λουκά διαβάζουμε πως ο Ζακχαίος ήταν αρχιτελώνης, πλούσιος και ήθελε πολύ να δει τον Ιησού Χριστό. Λόγω του ότι ήταν κοντός, ανέβηκε σε συκομουριά για να Τον δει μιας και θα περνούσε από αυτό το δρόμο. Μόλις ο Κύριος Ιησούς ήρθε κοντά του, είπε στον Ζακχαίο να κατέβει γιατί ήθελε να μείνει στο σπίτι του. Ο Ζακχαίος κατέβηκε αμέσως και υποδέχτηκε στο σπίτι του τον Κύριο με χαρά. Όλοι οι άλλοι που ήταν παρόντες γόγγυζαν, επειδή ο Κύριος πήγε να μείνει σε σπίτι αμαρτωλού ανθρώπου και αυτό διότι οι τελώνες είχαν φήμη πολύ αμαρτωλών ανθρώπων. Ο Ζακχαίος από μόνος του είπε στον Κύριο ότι τη μισή περιουσία του δίνει στους φτωχούς και αν συκοφάντησε κάποιον θα του δώσει τετραπλάσια. Ο Κύριος Ιησούς είπε προς αυτόν ότι έγινε σωτηρία στο σπίτι του, διότι ο Υιός του ανθρώπου (ο Ιησούς Χριστός) ήρθε να ζητήσει και να σώσει το απολωλός (Λουκάς,ιθ΄:1-10).
   Σ’ αυτή την ιστορία καλό είναι να κάνουμε κάποιες διδακτικές επισημάνσεις. Πρώτα σημειώνουμε το ζήλο και τη θέληση του Ζακχαίου να δει τον Ιησού Χριστό όπως και την άμεση ανταπόκριση του Κυρίου που απευθύνεται προσωπικά στον Ζακχαίο και του ζητάει να πάει στο σπίτι του. Στη συνέχεια αναφέρουμε την προθυμία του Ζακχαίου να δώσει τη μισή περιουσία του στους φτωχούς και να επιστρέψει τετραπλάσια σε όσους εκμεταλλεύτηκε, χωρίς ο Κύριος ούτε κανένας άλλος να τον αναγκάσει.  Ο Ζακχαίος μόλις γνώρισε τον Ιησού Χριστό, άλλαξε μέσα του και αυτό γιατί Τον δέχτηκε σαν Κύριο στη ζωή του. Τα έργα που εξήγγειλε ο Ζακχαίος αποδεικνύουν τη σωτηρία που ο Κύριος του έδωσε και πιστεύουμε ότι και ο ίδιος αυτό θα ομολογούσε στη μετέπειτα ζωή του.
   Όταν ο ίδιος ο Θεός θέλει να μας τιμήσει με την παρουσία του στον οίκο μας, αυτό σημαίνει ότι ο Θεός θέλει να ξεκινήσει μια σχέση πνευματική μαζί μας. Θέλει να τον γνωρίσουμε σαν προσωπικό μας σωτήρα και να μάθουμε τι θέλει από εμάς ώστε όχι μόνο να μη χαλάσει αυτή η σχέση αλλά να βαίνει αυξανόμενη, όλα τα χρόνια της μαζί με το Χριστό επίγειας ζωής μας.
   Όταν ο Θεός έπλασε τους πρωτόπλαστους, τους επισκεπτόταν στον παράδεισο (Γένεσις, γ΄:8). Με την παρακοή των πρωτοπλάστων αυτή η επικοινωνία διακόπηκε με αποτέλεσμα την κυριαρχία της αμαρτίας και του μισθού αυτής που είναι ο θάνατος, στη ζωή των ανθρώπων. Για το Θεό, κάθε άνθρωπος λογίζεται πνευματικά νεκρός, όσα χρόνια ζει δούλος της αμαρτίας και αμετανόητος. Ο μόνος τρόπος για να αναστηθεί ένας άνθρωπος πνευματικά είναι να μετανοήσει για τις αμαρτίες του και να πιστέψει στον Ιησού Χριστό και το ευαγγέλιό Του. Μόνο τότε ο Πατέρας Θεός τον αναγεννάει πνευματικά και αρχίζει να έχει ουσιαστική σχέση μαζί του. Για επιβεβαίωση των προαναφερθέντων αναφέρουμε σχετικά εδάφια:
«ο Θεός όμως πλούσιος ων εις έλεος, διά την πολλήν αγάπην αυτού με την οποίαν ηγάπησεν ημάς, και ενώ ήμεθα νεκροί διά τα αμαρτήματα, εζωοποίησεν ημάς μετά του Χριστού• κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι• και συνανέστησε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις διά Ιησού Χριστού, διά να δείξη εις τους επερχομένους αιώνας τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού διά της προς ημάς αγαθότητος εν Χριστώ Ιησού. Διότι κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι διά της πίστεως• και τούτο δεν είναι από σας, Θεού το δώρον• ουχί εξ έργων, διά να μη καυχηθή τις. Διότι αυτού ποίημα είμεθα, κτισθέντες εν Χριστώ Ιησού προς έργα καλά, τα οποία προητοίμασεν ο Θεός διά να περιπατήσωμεν εν αυτοίς.» (Εφεσίους, β΄:4-10)
   Υπάρχουν  παραδείγματα πολλών ανθρώπων, σ’ όλους  τους μετά Χριστό αιώνες μέχρι σήμερα, που ακολούθησαν τον Κύριο από τη στιγμή που τον γνώρισαν μέχρι τέλους και τον δόξασαν είτε με την άγια ζωή τους είτε με το μαρτυρικό τους θάνατο. Σε αυτή τη ζωή τα χρόνια μας είναι μετρημένα. Αυτό που μας ανήκει είναι το σήμερα και ακόμα ακριβέστερα το τώρα, όχι το μετά ούτε το αύριο. Ο Κύριος Ιησούς μας καλεί σε μια αιώνια ζωή μαζί Του και αυτή η κλήση γίνεται τώρα, όσον είμαστε ακόμα ζωντανοί. Ας δεχτούμε, όσοι δεν το κάναμε, τον Ιησού Χριστό να γίνει σήμερα Σωτήρας και Κύριος στην ζωή μας ώστε τα υπόλοιπα χρόνια της επίγειας ζωής μας να είναι χριστιανικά και κάποια μέρα όταν θα απεκδυθούμε το φθαρτό μας σκήνωμα, να επενδυθούμε το άφθαρτο ουράνιο και να εισέλθουμε στη βασιλεία των ουρανών για μια αιώνια ζωή μαζί Του.
    Ευχόμαστε το 2017 να είναι έτος γνωριμίας πολλών ψυχών με τον Ιησού Χριστό και σωτηρίας. Επιπλέον ευχόμαστε αυτή η γνωριμία και σωτηρία να παραμείνει σε όλη την επίγεια ζωή όλων όσων πιστεύουμε γιατί αν δεν την εργαστούμε ‘μετά φόβου και τρόμου’ θα κινδυνεύσουμε να τη χάσουμε. Γι’ αυτό όσοι γνωρίσαμε ή θα γνωρίσουμε τον Ιησού Χριστού σαν προσωπικό μας Σωτήρα, να πάρουμε το Ευαγγέλιό Του (Καινή Διαθήκη) στα χέρια μας, να μαθαίνουμε αυτά που θέλει ο Θεός από μας και να του ζητήσουμε χάρη και δύναμη να τα εφαρμόζουμε, ώστε τα χρόνια μας να είναι και πολλά αλλά κυρίως χριστιανικά. Αμήν!

 
Περισσότερα Άρθρα...

Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν. (Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον α' 12)