«Πλησίον σου είναι ο λόγος, εν τω στόματί σου, και εν τη καρδία σου∙ τουτέστιν ο λόγος της πίστεως τον οποίον κηρύττομεν∙ ότι εάν ομολογήσης δια του στόματός σου τον Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών, θέλης σωθή∙» (Ρωμαίους, ι΄: 8-10)

Στις μέρες μας, το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού κηρύττεται   σχεδόν σε όλα τα έθνη. Άλλωστε αυτό το  προείπε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς: «Και θέλη κηρυχθή τούτο το ευαγγέλιον της σωτηρίας εν όλη τη οικουμένη προς μαρτυρίαν εις πάντα τα έθνη, και τότε θέλει ελθεί το τέλος» (Ματθαίος, κδ΄:14). Είναι συνεπώς φανερή η εκπλήρωση αυτής της προφητείας σήμερα, αφού η διάδοση και η μετάδοση του ευαγγελίου της σωτηρίας γίνεται με ταχύτατους ρυθμούς είτε με τον άμεσο προσωπικό ευαγγελισμό των ανθρώπων  που συνοδεύεται κατά κανόνα με διανομή της Καινής Διαθήκης, είτε με τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο στις περισσότερες χώρες του πλανήτη.

Στο βιβλίο της Γένεσης διαβάζουμε ότι ο Κύριος ο Θεός έκλεξε τον Αβραάμ από την Ουρ των Χαλδαίων και του υποσχέθηκε πως θα τον οδηγήσει στη γη της επαγγελίας, ότι θα τον κάνει μεγάλο έθνος και ότι απ’ αυτόν θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της Γης (Γένεση, ιβ΄:1-8, ιγ΄:14-17, ιε΄: 1-6, ιζ΄:1-8). Ο Αβραάμ  πίστεψε στην επαγγελία (υπόσχεση)  που του έδωσε ο Κύριος, ο δε Κύριος ο Θεός εκτίμησε πολύ αυτή την πίστη του Αβραάμ και παρ’ όλο που τον δοκίμασε σκληρά, εκπλήρωσε σ’ αυτόν το αρχικό σκέλος της επαγγελίας, δίνοντας του στα εκατό του χρόνια, παιδί από την ενενηντάχρονη γυναίκα του Σάρα, γεγονός ανθρωπίνως αδύνατο να συμβεί.

Στη συνέχεια βλέπουμε, ο Θεός να  εκπληρώνει  το σκέλος της  υπόσχεσης που έδωσε στον Αβραάμ, που αφορούσε την κληρονομία της Γης της επαγγελίας στο σπέρμα του, δηλαδή τον λαό Ισραήλ,  που  ο ίδιος ο Θεός απελευθέρωσε με δυναμικές ενέργειες από τη δουλεία του Φαραώ. Βέβαια, όπως έγινε και στον Αβραάμ, η εκπλήρωση κάθε επαγγελίας του Θεού σε κάθε άνθρωπο, προϋποθέτει την πίστη του ανθρώπου σ’ αυτή.  Ο  Κύριος ναι μεν τους υποσχέθηκε ότι θα τους πήγαινε στη γη της επαγγελίας, όμως πάρα πολλοί άνθρωποι από τον λαό που βγήκε από την Αίγυπτο δεν πίστεψαν στην υπόσχεση του Κυρίου με αποτέλεσμα να πεθάνουν στην έρημο,  χωρίς να φτάσουν ποτέ στη γη της επαγγελίας, καθώς είναι γραμμένο, «δεν ωφέλησεν εκείνους ο λόγος τον οποίον ήκουσαν, επειδή δεν ήτο εις τους ακούσαντας ηνωμένος με την πίστιν» (Εβραίους,δ΄:2).

Σήμερα εκπληρώνεται το σκέλος της επαγγελίας που έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ , όπου αναφέρεται: «και θέλουσιν ευλογηθή εν σοι πάσαι αι φυλαί της γης», δηλαδή αφορά την ευλογία όλων των ανθρώπων της Γης. Αυτή η ευλογία λαμβάνει χώρα εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια περίπου και είναι αποτέλεσμα του λυτρωτικού έργου του Κυρίου Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, του οποίου η ανθρώπινη φύση είναι καρπός του σπέρματος του Αβραάμ.

Ο ουράνιος Πατέρας τόσο πολύ αγάπησε τον κόσμο ώστε έστειλε τον μονογενή Του Υιό για να μην χαθεί κανένας που θα πιστέψει στον Ιησού Χριστό και θα Τον επικαλεστεί για τον σώσει  (Ιωάννης,γ΄:16). Βέβαια για να πιστέψει κάποιος στον Ιησού Χριστό και στη συνέχεια να Τον επικαλεσθεί, πρέπει πρώτα αυτός να ακούσει για το σωτηριακό έργο που έκανε ο Ιησούς Χριστός, από κάποιον πιστό που ο Θεός θα αποστείλει να του μιλήσει. Διαβάζουμε σχετικά στην Καινή Διαθήκη:  «Πως λοιπόν θέλουσιν επικαλεσθή εκείνον, εις τον οποίον δεν επίστευσαν; και πως θέλουσι πιστεύσει εις εκείνον, περί του οποίου δεν ήκουσαν; και πως θέλουσιν ακούσει χωρίς να υπάρχη ο κηρύττων;  Και πως θέλουσι κηρύξει, εάν δεν αποσταλώσι; Καθώς είναι γεγραμμένον Πόσον ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά Αλλά δεν υπήκουσαν πάντες εις το ευαγγέλιον. Διότι ο Ησαΐας λέγει Κύριε, τις επίστευσεν εις το κήρυγμα ημών;  Άρα η πίστις είναι εξ ακοής, η δε ακοή διά του λόγου του Θεού.»(Ρωμαίους, ι: 14-17).

Γι’ αυτό ο Κύριος Ιησούς, λίγο πριν αναληφθεί, παρήγγειλε στους αποστόλους Του λέγοντας: " ‘Εδόθη εις εμέ πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης. Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς να φυλάττωσι πάντα όσα παρήγγειλα εις εσάς και ιδού, εγώ είμαι μεθ' υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν" (Ματθαίος, κη΄:18-20).

Έτσι όταν ο άνθρωπός ακούσει ή διαβάσει για το λυτρωτικό έργο που έκανε ο Ιησούς Χριστός πάνω στο σταυρό του Γολγοθά και στη συνέχεια κάνει μια ειλικρινή προσευχή, τότε ο Κύριος μπορεί να τον βεβαιώσει για την αγάπη Του σ’ αυτόν, δεχόμενος τη μετάνοιά του και συγχωρώντας τις αμαρτίες του. Στη συνέχεια ο κάθε ειλικρινής πιστός που εκτιμάει το έργο του Κυρίου στη ζωή του πρέπει με πραότητα και φόβο να ομολογεί τον Ιησού Χριστό με λόγια και έργα στους συνανθρώπους του. Γι’ αυτό και πριν από το βάπτισμα, το οποίο ‘σώζει και ημάς την σήμερον’ (Μάρκος, ιε΄: 16 και Α΄ Πέτρου, γ΄: 21), προηγείται η ομολογία πίστης στον Ιησού Χριστό του ίδιου του βαπτιζόμενου.  Γενικά σε όλη  την πορεία της ζωής κάθε χριστιανού ο Κύριος μπορεί να φανερώνει το συνεχές ενδιαφέρον Του, κάνοντας αισθητή την παρουσία Του, με το να δίνει σ’ αυτόν τον καρπό του Αγίου Πνεύματος, ενεργώντας θαύματα στη ζωή του και δίνοντας δύναμη να υπομένει τις δοκιμασίες  αλλά και λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Ο Πατέρας Θεός, θέλει κάθε πιστό παιδί του να το μάθει να Τον εμπιστεύεται και να κάνει το άγιο θέλημά Του. Το θέλημα του Θεού βρίσκεται στη Καινή Διαθήκη. Ο Κύριος Ιησούς επειδή μας αγαπάει μας εφιστά την προσοχή στο ότι για να μπούμε στη Βασιλεία των Ουρανών και για να είμαστε αιώνια κοντά Του, πρέπει  αφού Τον γνωρίσουμε σαν προσωπικό μας Σωτήρα, να κάνουμε το θέλημά Του: «Δεν θέλει εισέλθει εις την βασιλείαν των ουρανών πας ο λέγων προς εμέ, Κύριε, Κύριε∙ αλλ’ ο πράττων το θέλημα του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς» (Ματθαίος, ζ΄: 21).

Ο λόγος του Θεού είναι θαυμαστός γιατί αλλάζει τον χαρακτήρα του πιστού ανθρώπου έτσι ώστε μοιάζει στο χαρακτήρα του Χριστού. Η αρχική και κεντρική διδασκαλία του λόγου του Θεού είναι η πίστη στον Ιησού Χριστό, ότι είναι ο αναστημένος Υιός του Θεού και μοναδικός Σωτήρας του κόσμου. Αυτή η πίστη κάνει τον Πατέρα Θεό να αναγεννήσει πνευματικά τον πιστό άνθρωπο:

«Πας όστις πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, εκ του Θεού εγεννήθη, και πας όστις αγαπά τον γεννήσαντα αγαπά και τον γεννηθέντα εξ αυτού.» (Α΄ Ιωάννου, ε΄:1).

«επειδή ανεγεννήθητε ουχί εκ φθαρτού σπέρματος, αλλά αφθάρτου, δια του λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα»(Πέτρου Α΄, α΄:23).

Βέβαια αφού ο άνθρωπος αναγεννηθεί πρέπει να προσέξει πολύ ώστε ο Χριστός να μη αποβληθεί από μέσα του αλλά να μορφωθεί σε άνδρα τέλειο. Γι’ αυτό ο λόγος του Θεού παρομοιάζεται σαν το λογικό και άδολο γάλα που είναι απαραίτητο για την πνευματική αύξηση του νέου πιστού:                     "Απορρίψαντες λοιπόν πάσαν κακίαν και πάντα δόλον και υποκρίσεις και φθόνους και πάσας καταλαλιάς,  επιποθήσατε ως νεογέννητα βρέφη το λογικόν άδολον γάλα, διά να αυξηθήτε δι' αυτού,  επειδή εγεύθητε ότι αγαθός ο Κύριος"(Α΄Πέτρου, β΄:1-3).

Ο λόγος του Θεού είναι η αλήθεια: «Αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου∙ ο λόγος ο ιδικός σου είναι αλήθεια»(Ιωάννης,ιζ΄:17).

Ο λόγος του Θεού είναι ένα πολύτιμο όπλο του Αγίου Πνεύματος: «και λάβετε την περικεφαλαίαν της σωτηρίας, και την μάχαιραν του Πνεύματος, ήτις είναι ο λόγος του Θεού» (Εφεσίους,ς΄:17).  Ο Κύριος Ιησούς χρησιμοποίησε τον γεγραμμένο  λόγο του Θεού για να αντιμετωπίσει τον διάβολο, όταν τον πείραζε στην έρημο για 40 μέρες. Έτσι  έδωσε  παράδειγμα σε εμάς για το πώς να αντιμετωπίσουμε τα διανοήματα του πονηρού, τα επικίνδυνα βέλη του που έρχονται στο νου μας και πώς να χρησιμοποιούμε σωστά την ασπίδα της πίστης (Εφεσίους,ς΄:16).  Εδώ πρέπει να αναφέρουμε  ότι ο πονηρός και τα όργανά του, αγωνίζονται συνεχώς να διαστρεβλώσουν το λόγο του Θεού, γι’ αυτό δικαιολογημένα ο πονηρός ονομάζεται ‘διάβολος’ και χαρακτηρίζεται σαν  ‘ο πλανών την οικουμένη όλη’.  Αυτό προσπάθησε να κάνει και στον Κύριο όταν του είπε να πέσει από το πτερύγιο του ναού, λέγοντας Του : ‘Εάν ήσαι Υιός του Θεού, ρίψον σεαυτόν κάτω διότι είναι γεγραμμένον, Ότι θέλει προστάξει εις τους αγγέλους αυτού περί σου, και θέλουσι σε σηκώνει επί των χειρών αυτών, διά να μη προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου’, ο Κύριος όμως σωστά του απάντησε: ‘Πάλιν είναι γεγραμμένον, δεν θέλεις πειράσει Κύριον τον Θεόν σου’.

Τα ζητούμενο συνεπώς για κάθε πιστό, είναι η ορθοτόμηση και η ορθοπόδηση του λόγου του Κυρίου. Γι’ αυτό ο Κύριος προσθέτει στην εκκλησία Του τους σωσμένους, η οποία είναι ‘ο στύλος και το εδραίωμα της αλήθειας’, την οποία στελεχώνει θέτοντας  ‘άλλους μεν αποστόλους, άλλους δε προφήτας, άλλους δε ευαγγελιστάς, άλλους δε ποιμένας και διδασκάλους,  προς την τελειοποίησιν των αγίων, διά το έργον της διακονίας, διά την οικοδομήν του σώματος του Χριστού, εωσού καταντήσωμεν πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού’(Εφεσίους, δ΄: 11-13)

Έτσι  ο άνθρωπος  που έχει πιστέψει στον Ιησού Χριστό, έχει σαν πυξίδα τον γραμμένο  λόγο του Θεού έτσι όπως  αυτός αποκαλύπτεται στην Καινή Διαθήκη. Όταν ο λόγος του Θεού ενώνεται με την πίστη του ανθρώπου τότε λογίζεται γι’ αυτόν σε δικαιοσύνη και αυτή είναι η πίστη που σώζει και στη συνέχεια κατευθύνει τον πιστό να γίνει ζηλωτής καλών έργων. Ευθύνη κάθε πιστού  είναι να κατοικεί πλούσια μέσα του ο λόγος του Θεού  ώστε να μπορεί το Άγιο Πνεύμα να τον οδηγεί ‘εις πάσαν την αλήθειαν’.

Να έχουμε πάντα υπόψη:

"Πας ο πιστεύων επ’ αυτόν, δεν θέλει καταισχυνθή" (Ρωμαίους,ι΄:6,8-11) και ότι ‘Χωρίς δε πίστεως αδύνατον είναι να ευαρεστήση τις εις αυτόν∙ διότι ο προσερχόμενος εις τον Θεόν, πρέπει να πιστεύση, ότι είναι, και γίνεται μισθαποδότης εις τους εκζητούντας αυτόν’ (Εβραίους, ια΄:6). Οπότε η πίστη στον Χριστό είναι ουσιαστική παρηγοριά στην ψυχή  κάθε πιστού, μιας και όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν δεν θα ντροπιαστεί. Ας τολμήσουμε λοιπόν, αν δεν έχουμε κάνει, να κάνουμε ένα βήμα πίστης στον Χριστό και στο Ευαγγέλιό Του  και τότε θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε προσωπικά, αν ο Θεός απαντάει στα αιτήματά μας και αν είναι πράγματι  δίκαιος μισθαποδότης σ’ αυτούς που τον εκζητούν. Αμήν!

 

 

«Προσέχετε λοιπόν πως να περιπατήτε ακριβώς, μη ως άσοφοι, αλλ' ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, διότι αι ημέραι είναι πονηραί.» (Εφεσίους, ε΄:15,16).

Ο καινούργιος χρόνος έφθασε και οι άνθρωποι  γιορτάζουν  την άφιξή του στις περισσότερες χώρες της Γης. Άλλοι περιμένουν την έλευση του καινούριου χρόνου στα σπίτια τους ανταλλάσοντας ευχές και δώρα, άλλοι χορεύοντας στα νυχτερινά κέντρα, άλλοι παίζοντας τυχερά παιχνίδια στα καζίνο. Βέβαια υπάρχουν και αρκετοί συνάνθρωποί μας που δεν γιορτάζουν, μιας και η έλευση του καινούριου χρόνου τους βρίσκει αντιμέτωπους με μεγάλα προβλήματα είτε οικογενειακά, είτε οικονομικά είτε υγείας, χωρίς ανθρωπίνως να υπάρχει κάποια ελπίδα επίλυσης. Τέλος υπάρχουν και κάποιοι, που περιμένουν την έλευση του καινούριου χρόνου στις εκκλησίες ομολογώντας τις ενέργειες του Κυρίου Ιησού Χριστού στη ζωή τους τη χρονιά που πέρασε και προσευχόμενοι ώστε στη νέα χρονιά να έχουν περισσότερη καρποφορία σε έργα καλά ενώπιον Θεού και ανθρώπων.

Γενικά το να εύχεται ο άνθρωπος στους συνανθρώπους του με την έλευση της νέας χρονιάς, λέγοντας ‘καλή χρονιά’ είναι μια καλή ενέργεια που δείχνει, τουλάχιστον με τα λόγια, την επιθυμία του ανθρώπου για ευημερία των συνανθρώπων του. Το θέμα όμως είναι, πώς η ευχή αυτή θα πιάσει τόπο, δηλαδή πώς θα πάνε καλά τα πράγματα στη ζωή κάθε ανθρώπου σε ολόκληρο  το νέο έτος.

Απαντώντας σ’ αυτό το θέμα αναφέρουμε τα εξής: Ο Θεός μας έχει δώσει πλήρη ελευθερία να κάνουμε ότι εμείς νομίζουμε σωστό στη ζωή μας, αλλά από την άλλη πλευρά θέλει επίσης να Τον γνωρίσουμε πρώτα σαν σπλαχνικό Πατέρα με άμεση συνέπεια στη συνέχεια να Τον έχουμε οδηγό και βοηθό στην καθημερινότητά μας. Οι περισσότερες ευχές είναι μεν καλές σαν επιθυμίες αλλά από μόνες τους δεν μπορούν να εκπληρωθούν. Όταν όμως αυτές οι ευχές γίνονται αιτήματα στο Πατέρα Θεό, τότε ο άνθρωπος περιμένει απάντηση από τον ίδιο τον Θεό.

Ο Θεός επιθυμεί ο άνθρωπος να Τον πλησιάσει και να έχει  μαζί Του επικοινωνία, μιας και αυτός είναι το μοναδικό δημιούργημα του Τριαδικού Θεού το οποίο είναι πλασμένο ‘κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Αυτού και γι’ αυτό στο παράδεισο της Εδέμ, κατέβαινε κάθε δειλινό και είχε κοινωνία με τους πρωτόπλαστους. Εύκολα θα αναρωτηθεί κανείς και θα πει: ‘θα κατεβεί ο Θεός να επικοινωνήσει με μας; Πως είναι αυτό δυνατόν; Δυστυχώς στο κόσμο που ζούμε, σε πολλούς ανθρώπους υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος για γνώση του θελήματος του Θεού.

Όσοι ονομάζονται χριστιανοί, πιστεύουν ότι το θέλημα του Θεού φανερώνεται μέσα στην Αγία Γραφή,  η οποία αποτελεί το βιβλίο με οδηγίες για την ευημερία του ανθρώπου. Όπως όλοι συμφωνούν ότι για τη σωστή λειτουργία κάθε συσκευής πρέπει να συμβουλευόμαστε το βιβλίο του κατασκευαστή της, έτσι πολύ περισσότερο θα πρέπει να συμβουλευόμαστε το  βιβλίο του κατασκευαστή μας, την Αγία Γραφή, έτσι ώστε να ‘λειτουργήσουμε’ σωστά στη ζωή μας, ζώντας σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Το κεντρικό πρόσωπο της Αγίας Γραφής είναι  ο Κύριος Ιησούς Χριστός και ειδικότερα στη Καινή Διαθήκη διαβάζουμε για το βίο Του, τη διδασκαλία Του, τα θαύματα που έκανε, για την εξιλαστήρια για μας θυσία Του και την ένδοξή Του ανάσταση. Θα μπορούσε κανείς αναρωτηθεί λέγοντας: ‘τα θαύματα γινότανε μόνο τότε, ο Θεός σήμερα δεν κάνει θαύματα;’ Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι ότι ο Θεός δεν έχει σταματήσει να κάνει θαύματα. Ακόμα και σε ανθρώπους που δεν τον έχουν επικαλεστεί, τους έχει επισκεφτεί στη ζωή τους και έχει ενεργήσει ‘διότι αυτός ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους’ (Ματθαίος, ε΄:45). Αυτοί όμως που διακρίνουν και εκτιμουν τις ενέργειες του Θεού στη ζωή τους, είναι οι συνειδητοί χριστιανοί που προσεύχονται ο Θεός να απαντήσει στα αιτήματά τους, σύμφωνα όμως με το θέλημά Του. Δηλαδή ακόμα και αν ο Πατέρας Θεός δεν απαντάει άμεσα, αυτό συμβαίνει είτε γιατί δοκιμάζει την πίστη μας, είτε γιατί δεν είναι ακόμα  ο κατάλληλος καιρός να απαντήσει, είτε γιατί κάποια αιτήματα δεν πρέπει να απαντηθούν για τους λόγους που μόνο Αυτός γνωρίζει. Έτσι,  με το να απαντάει άμεσα ο Θεός στα αιτήματά μας, ή  να απαντάει μετά από καιρό, ή ακόμα να απαντάει αρνητικά, μαθαίνει στο χριστιανό να Τον εμπιστεύεται στη ζωή του κάθε μέρα.

Σήμερα υπάρχουν πολλά προβλήματα στο κόσμο, αρρώστιες, ανεργία, έλλειψη στέγης, προβλήματα επικοινωνίας στις οικογένειες, αυτοκτονίες και γενικά επικρατεί μια πολύ δύσκολη κατάσταση στις περισσότερες οικογένειες. Βέβαια υπάρχουν και πλούσιοι άνθρωποι, οι οποίοι αν έχουν το θάρρος τους στα χρήματα, δύσκολα στρέφουν το βλέμμα τους προς τον Θεό διότι την λύση των προβλημάτων τους, την στηρίζουν στα χρήματά τους οπότε κατά κανόνα δεν αισθάνονται την ανάγκη να γνωρίσουν τον Θεό σαν βοηθό και Σωτήρα.

Όσο αφορά τα σχετικά σημαντικά ερωτήματα: ‘Πώς ο κάθε άνθρωπος θα γνωρίσει  τον Πατέρα Θεό και τον Υιό Του Ιησού Χριστό, σαν προσωπικό του σωτήρα; και ‘πώς θα αποβάλλει ο Θεός τα δύσκολα προβλήματα από τις οικογένειές μας και ατομικά από τον καθένα μας;’, αναφέρουμε τα εξής:

Η αρχή είναι η πίστη στο πρόσωπο και το έργο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αυτό το βήμα το έκανε ο δεσμοφύλακας της φυλακής των Φιλίππων  όταν ρώτησε τον Παύλο και Σίλα: «… Κύριοι, τι πρέπει να κάμω δια να σωθώ; Οι δε είπον, Πίστευσον εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και θέλεις σωθή, συ και ο οίκος σου. Και ελάλησαν προς αυτόν τον λόγον του Κυρίου, και προς πάντας τους εν τη οικία αυτού. Και παραλαβών αυτούς εν εκείνη τη ώρα της νυκτός, έλουσε τας πληγάς αυτών∙ και εβαπτίσθη ευθύς αυτός και πάντες οι αυτού∙ και αναβιβάσας αυτούς εις τον οίκον αυτού, παρέθηκε τράπεζαν, και ευθράνθη πανοικί, πιστεύσας εις τον Θεόν» (Πράξεις, ις΄:30-34). Ο συγκεκριμένος δεσμοφύλακας δεν ήξερε τον Παύλο και τον Σίλα από πριν, αλλά όταν τους άκουσε να υμνούν το Θεό, παρ’ όλους τους ραβδισμούς που είχαν υποστεί και μετά την ενέργεια του Θεού που έγινε μέσω του σεισμού στη φυλακή, διέκρινε ότι οι απόστολοι ήταν άνθρωποι του Θεού γι’ αυτό και τους έκανε αυτή την απλή και βασική ερώτηση.  Έτσι πήρε από τους αποστόλους την απλή απάντηση, άκουσε για τον Χριστό και πίστεψε και βαπτίστηκε αυτός όπως και όλη η οικογένειά του.

Στη συνέχεια ο κάθε πιστός που έχει γνωρίσει τον Χριστό σαν προσωπικό του Σωτήρα, πρέπει να έχει επικοινωνία μαζί Του καθημερινά. Αυτό γίνεται  με την μελέτη της Αγίας Γραφής και με την προσευχή. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός θέλει να έχει επικοινωνία με τον άνθρωπο που έρχεται σ’ Αυτόν, γιατί ο ίδιος είπε: «…και τον ερχόμενον προς εμέ δεν θέλω εκβάλει έξω»(Ιωάννης,ς΄:37). Άρα, εφόσον ο Χριστός δεν απορρίπτει αλλά δέχεται όποιον έρχεται σ’ Αυτόν, τότε και Αυτός επισκέπτεται αυτόν τον οποίον Τον επικαλείται  και θέλει να κάνει το θέλημα του Θεού: «…Εάν τις με αγαπά, τον λόγον μου θέλει φυλάξει, και ο Πατήρ μου θέλει αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν θέλομεν ελθεί, και εν αυτώ θέλομεν κατοικήσει» (Ιωάννης,ιδ΄:23). Έτσι, με το να προσεύχεται ο άνθρωπος, με το να μελετάει το λόγο του Θεού και με το να εκτελεί το θέλημα του Θεού, γίνεται φανερό ότι έχει γνωρίσει τον Θεό και επί πλέον με το να τον επισκέπτεται και να κατοικεί μέσα του ο Τριαδικός Θεός, γίνεται κατανοητό γιατί ο πιστός άνθρωπος ονομάζεται ‘οίκος Θεού’.

Τώρα, στο τελευταίο ερώτημα που θέσαμε, ‘πώς μπορεί ο Θεός να αποβάλλει τα δύσκολα προβλήματά μας στη ζωή μας;’, την απάντηση την βρίσκουμε σε πολλά σημεία της Αγίας Γραφής και θα αναφερθούμε σε ένα από  αυτά που αγγίζει την καθημερινότητά μας.  Διαβάζουμε σχετικά: «Μη μεριμνήσητε λοιπόν, λέγοντες, Τι να φάγωμεν, ή τι να πίωμεν, ή τι να ενδυθώμεν; Διότι πάντα ταύτα ζητούσιν οι εθνικοί∙ επειδή εξεύρει ο Πατήρ σας ο ουράνιος ότι έχετε χρείαν πάντων τούτων. Αλλά ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού, και την δικαιοσύνην αυτού∙ και ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή» (Ματθαίος,ς΄:31-33).

Ο Θεός γνωρίζει και βλέπει ότι περνάμε δύσκολες στιγμές, ειδικά τώρα στην οικονομική κρίση που έχει αγγίξει τους περισσότερους από εμάς. Να θυμόμαστε ότι έχουμε ένα Θεό δυνατό που θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες μας και να μη ξεχνάμε τη  νουθεσία του αποστόλου Παύλου, δια Πνεύματος Αγίου: «Ώστε ο νομίζων ότι ίσταται ας βλέπη μη πέση. Πειρασμός δεν σας κατέλαβεν ειμή ανθρώπινος πιστός όμως είναι ο Θεός, όστις δεν θέλει σας αφήσει να πειρασθήτε υπέρ την δύναμίν σας, αλλά μετά του πειρασμού θέλει κάμει και την έκβασιν, ώστε να δύνασθε να υποφέρητε.» (Α΄ Κορινθίους, ι΄:12,13). Αμήν!

 

«Το αυτό δε φρόνημα έστω εν υμίν το οποίον ήτο και εν τω Χριστώ Ιησού∙ όστις εν μορφή Θεού υπάρχων, δεν ενόμισεν αρπαγήν το να είναι ίσα με τον Θεόν∙ αλλ’ εαυτόν εκένωσε, λαβών δούλου μορφήν, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους∙ και ευρεθείς κατά το σχήμα ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιππησίους, β΄: 5-8)

Κάθε χρόνο, στις 25 του Δεκέμβρη, οι άνθρωποι στα χριστιανικά κράτη, γιορτάζουν την γέννηση του Κυρίου Ιησού Χριστού  και τα παιδιά θα βγουν και θα πούνε τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Βέβαια σύμφωνα με τις βιβλικές αναφορές, της διενέργειας απογραφής και της  υπαίθριας διανυκτέρευσης ποιμένων, η ημερομηνία αυτή δεν είναι η πραγματική, αλλά άσχετα μ’ αυτό είναι ευχάριστο  γεγονός το να εορτάζει ο άνθρωπος τη γέννηση του Θεανθρώπου. Όμως για πολλούς η γέννηση του Κυρίου, έχει ταυτιστεί με μια τυπική γιορτή που εκτός από τις θρησκευτικές τελετές, περιλαμβάνει εορταστικές εκδηλώσεις, παρασκευή και κατανάλωση κάποιων παραδοσιακών φαγητών και γλυκών και το μοίρασμα δώρων, κυρίως στα μικρά παιδιά.

Αλήθεια, πόσο ευχάριστα  ακούγεται στον καθένα μας, το γεγονός της γέννησης του Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού; Για να κατανοήσουμε  τη σημασία αυτού του θαυμαστού γεγονότος , ας δούμε τις σχετικές με αυτό πληροφορίες έτσι όπως μας τις περιγράφει η Αγία Γραφή. Διαβάζουμε σχετικά: «  Εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας ονομαζομένην Ναζαρέτ, προς παρθένον ηρραβωνισμένην με άνδρα ονομαζόμενον Ιωσήφ, εξ οίκου Δαβίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ. Και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν, είπε Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σού ευλογημένη συ εν γυναιξίν. Εκείνη δε ιδούσα διεταράχθη διά τον λόγον αυτού, και διελογίζετο οποίος τάχα ήτο ο ασπασμός ούτος. Και είπεν ο άγγελος προς αυτήν Μη φοβού, Μαριάμ διότι εύρες χάριν παρά τω Θεώ. Και ιδού, θέλεις συλλάβει εν γαστρί και θέλεις γεννήσει υιόν και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ιησούν. Ούτος θέλει είσθαι μέγας και Υιός Υψίστου θέλει ονομασθή, και θέλει δώσει εις αυτόν Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαβίδ του πατρός αυτού, και θέλει βασιλεύσει επί τον οίκον του Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού δεν θέλει είσθαι τέλος. Είπε δε η Μαριάμ προς τον άγγελον. Πως θέλει είσθαι τούτο, επειδή άνδρα δεν γνωρίζω;Και αποκριθείς ο άγγελος είπε προς αυτήν Πνεύμα Άγιον θέλει επέλθει επί σε, και δύναμις του Υψίστου θέλει σε επισκιάσει διά τούτο και το γεννώμενον εκ σου άγιον θέλει ονομασθή Υιός Θεού. και ιδού, Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνέλαβεν υιόν εις το γήρας αυτής, και ούτος είναι μην έκτος εις αυτήν την καλουμένην στείραν διότι ουδέν πράγμα θέλει είσθαι αδύνατον παρά τω Θεώ. Είπε δε η Μαριάμ Ιδού, η δούλη του Κυρίου γένοιτο εις εμέ κατά τον λόγον σου. Και ανεχώρησεν απ' αυτής ο άγγελος» (Λουκάς,α΄:26-38).

Τα λόγια της Μαριάμ φανερώνουν πρώτα την πίστη της, στην πραγματοποίηση ενός γεγονότος, που όμοιό του δεν υπήρξε στην ιστορία της ανθρωπότητας και αυτό  ήταν αφ’ ενός  το να συλλάβει μία παρθένος δια  Πνεύματος Αγίου και αφ’ ετέρου η ενσάρκωση και γέννηση του μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού. Γι’ αυτό όταν στη συνέχεια η Μαριάμ επισκέφθηκε την Ελισάβετ, ενώ αυτή κυοφορούσε τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, η Ελισάβετ πληρώθηκε με  Άγιο Πνεύμα και αποκάλεσε την Μαριάμ ‘μητέρα του Κυρίου της’ και την μακάρισε λέγοντας ‘μακαρία η πιστεύσασα, διότι θέλει γείνει εκπλήρωσις των λαληθέντων προς αυτήν παρά Κυρίου’, η δε Μαριάμ μιλώντας και αυτή δια Πνεύματος Αγίου, μεταξύ των άλλων που είπε, προφήτευσε λέγοντας  ‘από του νυν θέλουσι με μακαρίζει πάσαι αι γενεαί διότι έκαμεν εις εμέ μεγαλεία ο δυνατός και άγιον το όνομα αυτο’ (Λουκάς,α΄:43,48,49).

Βέβαια η αποδοχή των λόγων του αγγέλου από την Μαριάμ, εκτός από  πίστη απαιτούσε  και απόφαση θανάτου εκ μέρους της, μιας και σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο η κατηγορία της μοιχείας που θα μπορούσε να της προσάψει ο αρραβωνιαστικός της Ιωσήφ, όταν διαπίστωνε την εγκυμοσύνη της, επέφερε την ποινή του θανάτου.  Όμως κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Διαβάζουμε σχετικά: ‘Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ήτο. Αφού ηρραβωνίσθη η μήτηρ αυτού Μαρία μετά του Ιωσήφ, πριν συνέλθωσιν, ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου. Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής, δίκαιος ων και μη θέλων να θεατρίση αυτήν, ηθέλησε να απολύση αυτήν κρυφίως. Ενώ δε αυτός διελογίσθη ταύτα, ιδού, άγγελος Κυρίου εφάνη κατ' όναρ εις αυτόν, λέγων Ιωσήφ, υιέ του Δαβίδ, μη φοβηθής να παραλάβης Μαριάμ την γυναίκα σουδιότι το εν αυτή γεννηθέν είναι εκ Πνεύματος Αγίου. Θέλει δε γεννήσει υιόν και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ιησούν διότι αυτός θέλει σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών. Τούτο δε όλον έγεινε διά να πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυρίου διά του προφήτου, λέγοντος Ιδού, η παρθένος θέλει συλλάβει και θέλει γεννήσει υιόν, και θέλουσι καλέσει το όνομα αυτού Εμμανουήλ, το οποίον μεθερμηνευόμενον είναι, Μεθ' ημών ο Θεός’ (Ματθαίος, α΄:18-23) .

Σχετικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη γέννηση του Κυρίου αναφέρουμε τα εξής:     Ενώ  η Μαριάμ ήταν στο μήνα της να γεννήσει, έγινε η απογραφή που διέταξε ο Καίσαρας Αύγουστος, οπότε έπρεπε να μετακινηθούν ο Ιωσήφ και η Μαριάμ, από τη Ναζαρέτ που κατοικούσαν, στον τόπο καταγωγής τους τη Βηθλεέμ,  διανύοντας μια  απόσταση περίπου 130 χιλιόμετρα, ταξίδι δύσκολο με τα μέσα της εποχής αλλά και επικίνδυνο λόγω της προχωρημένης εγκυμοσύνης. Όταν έφθασαν στη Βηθλεέμ, συμπληρώθηκαν οι μέρες του να γεννήσει και η Μαριάμ  γέννησε  τον Κύριο Ιησού Χριστό μέσα σε ένα στάβλο, ‘διότι δεν ήτο τόπος δι' αυτούς εν τω καταλύματι.’. Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία  για τη γέννηση του Κυρίου στη Βηθλεέμ (Μιχαίας,ε΄:2) και επί πλέον ο Πατέρας Θεός έδωσε  ένα μεγάλο μάθημα ταπείνωσης, μιας και ούτε ο πιο φτωχός άνθρωπος δεν γεννιέται σε στάβλο. Αξιοσημείωτο είναι επίσης,  ότι το θαυμαστό γεγονός της γέννησης του Κυρίου, ο Πατέρας Θεός πρώτα το αποκάλυψε στέλνοντας άγγελο σε απλούς ποιμένες και όχι στους θρησκευτικούς και πολιτικούς ηγέτες του λαού Ισραήλ. Βλέπουμε ότι οι ποιμένες αμέσως υπάκουσαν στην οδηγία του αγγέλου και πήγαν και βρήκαν το θείο βρέφος μέσα στη φάτνη. Μετά τη γέννηση Του, ο Κύριος μαζί με τη μητέρα Του Μαριάμ και τον Ιωσήφ έμειναν για ένα χρονικό διάστημα σε κάποια οικία. Στο διάστημα αυτό, όταν ο Κύριος ήταν 40 ημερών και τον ανέβασαν στην Ιερουσαλήμ για να κάνουν τα του νόμου, το Πνεύμα το Άγιο αποκάλυψε στον Συμεών και στην Άννα την προφήτισσα ότι το παιδί αυτό ήταν ο σωτήρας που ετοίμασε   Θεός, ενώπιον όλων των λαών (Λουκάς,β΄:22-38).

Στην οικία αυτή τους επισκέφτηκαν με την οδηγία του φαινομένου αστέρος, οι μάγοι από την ανατολή, όχι για να δουν ένα οποιοδήποτε παιδί, αλλά όπως σωστά είπαν τον βασιλέα των Ιουδαίων και όταν είδαν το παιδί  το προσκύνησαν και πρόσφεραν τα δώρα τους. Αυτή η επίσκεψη των μάγων προκάλεσε μια αναταραχή σε όλη την Ιερουσαλήμ, αφού αρχικά εκεί απευθύνθηκαν και  ζήτησαν να δουν τον βασιλέα των Ιουδαίων. Οι Ισραηλίτες, που ήταν ο 'λαός του Θεού' φαίνεται ότι στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν περίμεναν τον ερχομό του Σωτήρα Χριστού, παρότι ήξεραν τις Γραφές. Αρχικά  ταράχτηκαν  όταν ενημερώθηκαν από τους μάγους, αλλά στη συνέχεια δεν βλέπουμε κανέναν να έχει ειλικρινές ενδιαφέρον να γνωρίσει τον ‘νέο βασιλιά’.

Μόνο ο βασιλιάς Ηρώδης όταν πληροφορήθηκε  από τους αρχιερείς και γραμματείς σχετικά με την προφητεία του Μιχαία, για την γέννηση του Χριστού στην Βηθλεέμ, έστειλε εκεί τους μάγους για να βρουν το παιδί και τους είπε μετά να γυρίσουν να του πουν έτσι ώστε να πάει και αυτός να το προσκυνήσει. Αυτό φυσικά δεν θα το έκανε ποτέ, αλλά ήθελε να  σκοτώσει  το παιδί γιατί νόμιζε ότι θα του έπαιρνε  την εξουσία αφού αυτό όπως άκουσε  ήταν  ο νέος  βασιλιάς των Ιουδαίων. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι άξια προσοχής είναι η πίστη των μάγων, οι οποίοι  όταν είδαν το φαινόμενο  του  νέου αστέρος, εννόησαν ότι αυτό συνδέεται με τη γέννηση του βασιλιά των Ιουδαίων  και ήρθαν οδηγούμενοι από αυτό στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσουν τον Κύριο. Διαβάζουμε σχετικά: «Αφού δε εγεννήθη ο Ιησούς εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας, επί των ημερών Ηρώδου του βασιλέως, ιδού, μάγοι από ανατολών ήλθον εις Ιεροσόλυμα, λέγοντες, Που είναι ο γεννηθείς βασιλεύς των Ιουδαίων; Διότι είδομεν τον αστέρα αυτού εν τη ανατολή, και ήλθομεν δια να προσκυνήσωμεν αυτόν»(Ματθαίος,β΄:1-2). Παρατηρούμε ότι οι μάγοι ξέρανε ότι θα γεννηθεί ένας βασιλιάς στην Ιουδαία και το σημείο της ελεύσεως του βασιλιά θα είναι ένα αστέρι στον ουρανό. Πώς όμως γνωρίζανε ότι θα γεννηθεί βασιλιάς, με σημείο ένα αστέρι και την ακριβή χρονολογία γέννησης του Κυρίου Ιησού;. Σαν απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα αναφέρουμε ότι αυτοί οι μάγοι, δεν ήταν μάγοι που έκαναν  μαγείες, διότι αυτοί που κάνουν μαγείες, δεν έχουν μερίδα στη Βασιλεία των Ουρανών (Αποκάλυψη, κα΄:8), αλλά οι συγκεκριμένοι μάγοι που επισκέφτηκαν τον Κύριο, ήταν άνδρες σοφοί,  μελετητές και ερευνητές των Γραφών. Οπότε,  πρέπει να είχαν γνώση των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης που μιλούσανε για τον ερχομό του Ιησού Χριστού σαν βασιλιά όχι μόνο των Ιουδαίων αλλά όλων των λαών, μιας και ο Χριστός ήρθε για να θυσιαστεί, πληρώνοντας για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων.

Η προφητεία που μιλάει για την έλευση βασιλιά που θα γεννηθεί από τη φυλή Ιούδα του Ισραήλ, βρίσκεται στο βιβλίο της Γέννησης: «δεν θέλει εκλείψει το σκήπτρον εκ του Ιούδα, ουδέ νομοθέτης εκ μέσου των ποδών αυτού, εωσού έλθη ο Σηλώ∙ και εις αυτόν θέλει είσθαι η υπακοή των λαών» (Γένεσις, μθ΄;10). Όσο αφορά για τη σύνδεση του φαινομένου του άστρου με την έλευση του βασιλιά του Ισραήλ, υπάρχει επίσης σχετική προφητεία: «…Θέλει ανατείλει άστρον εξ Ιακώβ, και θέλει αναστηθή σκήπτρον εκ του Ισραήλ…» (Αριθμοί,κδ΄:17)∙ Η προφητεία που αναφέρει  επακριβώς τη χρονολογία γέννησης του Κυρίου είναι γραμμένη στο βιβλίο του Δανιήλ: «Εβδομήκοντα εβδομάδες διωρίσθησαν επί τον λαόν σου, και επί την πόλιν την αγίαν σου, δια να συντελεσθή η παράβασις, και να τελειώσωσιν αι αμαρτίαι, και να γείνη εξιλέωσις περί της ανομίας, και να εισαχθή δικαιοσύνη αιώνιος, και να σφραγισθή όρασις και προφητεία, και να χρισθή ο Άγιος των αγίων. Γνώρισον λοιπόν και κατάλαβε, ότι από της εξελεύσεως της προσταγής του να ανοικοδομηθή η Ιερουσαλήμ, έως του Χριστού του Ηγουμένου, θέλουσιν είσθαι εβδομάδες επτά, και εβδομάδες εξήκοντα δύο∙ θέλει οικοδομηθή πάλιν η πλατεία και το τείχος, μάλιστα εν καιροίς στενοχωρίας»(Δανιήλ,θ΄:24-25). Οπότε μελετώντας την Παλαιά Διαθήκη, οι μάγοι είχαν στα χέρια τους πολύτιμα στοιχεία, τα οποία συγκέντρωσαν, τα κράτησαν στη μνήμη τους και το κυριότερο πίστεψαν αυτές τις προφητείες, περίμεναν την γέννηση του Θεανθρώπου και όπως συμβαίνει σ’ όλους που πιστεύουν στα λόγια του Θεού και περιμένουν την ενέργειά Του στη ζωή τους, δεν διαψεύστηκαν.

Ο Ιησούς Χριστός θυσιάστηκε πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, πληρώνοντας για τις δικές μας αμαρτίες και αναστήθηκε σαν αναμάρτητος για να μας δικαιώσει. Συνεπώς σήμερα είναι ζωντανός και θέλει τον καθένα από μας να κάνουμε ένα βήμα πίστης, να τον ζητήσουμε να έρθει στη ζωή μας και να του δώσουμε την καρδιά μας  να την καθαρίσει με το Άγιο αίμα Του από τις αμαρτίες μας ώστε να γίνει τόπος κατοικίας  Του. Αν το κάνουμε αυτό τότε θα συμβεί στη ζωή του καθενός μας το μεγάλο θαύμα  που ο λόγος του Θεού ονομάζει ‘αναγέννηση’ ή ‘άνωθεν γέννηση’. Τότε μόνο θα μπορούμε να εορτάζουμε ουσιαστικά τα προσωπικά μας Χριστούγεννα. Αμήν!

 

«Τώρα δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα∙ μεγαλητέρα δε τούτων είναι η αγάπη»( Α΄ Κορινθίους, ιγ΄:13).

Σχετικά με το τι είναι πίστη, στην Καινή Διαθήκη αναφέρεται: «είναι δε η πίστις, ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβραίους, ια΄:1). Διαβάζοντας το κεφάλαιο αυτό, της προς Εβραίους επιστολής, βλέπουμε τα κυριότερα παραδείγματα ανθρώπων που έζησαν στη Παλαιά Διαθήκη, με πίστη στο Θεό και στα λόγια Του,  όπως τα έργα αυτών και τις ενέργειες του Θεού που αποδείκνυαν την γνησιότητα αυτής της πίστης και την ευαρέσκεια του Θεού σ’ αυτή. Σαν συμπέρασμα αναφέρουμε το εδάφιο: «χωρίς δε πίστεως αδύνατον είναι να ευαρεστήση τις εις αυτόν διότι ο προσερχόμενος εις τον Θεόν πρέπει να πιστεύη ότι είναι και γίνεται μισθαποδότης εις τους εκζητούντας αυτόν» (Εβραίους, ια΄: 6).

Στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2013 είχαμε γράψει ότι ο άνθρωπος πρέπει να πιστέψει στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού ότι είναι ο Υιός του Θεού  και μοναδικός σωτήρας και ότι αυτή  η πίστη είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πνευματικής οικοδομής κάθε πιστού. Ο Πατέρας Θεός συμμαρτυρεί σ’ αυτή τη πίστη με το να γεννήσει ‘άνωθεν’ τον πιστό άνθρωπο, ο δε πιστός δίνει μαρτυρία αγαθής συνειδήσεως με το να βαπτισθεί στο νερό, υπακούοντας στην εντολή του Κυρίου Ιησού.

Αυτή η πίστη στον Υιό του Θεού, που ο Πατέρας Θεός απέστειλε Σωτήρα του κόσμου, λογίζεται από το Θεό σε δικαιοσύνη του αμαρτωλού ανθρώπου χωρίς των έργων του νόμου. Χαρακτηριστικό γραφικό παράδειγμα αυτής της κατά χάρη δικαίωσης είναι η σωτηρία του ενός από τους δύο ληστές που είχαν σταυρωθεί μαζί με τον Κύριο. Επί πλέον αναφέρουμε ότι η δικαιοσύνη σαν αποτέλεσμα της πίστης στα λόγια του Θεού, αναφέρεται και για τον Αβραάμ που έζησε πριν από το καθεστώς του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης. Διαβάζουμε σχετικά: « Διότι εάν ο Αβραάμ εδικαιώθη εκ των έργων, έχει καύχημα, αλλ' ουχί ενώπιον του Θεού. Επειδή τι λέγει η γραφή; Και επίστευσεν Αβραάμ εις τον Θεόν, και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην.  Εις δε τον εργαζόμενον ο μισθός δεν λογίζεται ως χάρις, αλλ' ως χρέος εις τον μη εργαζόμενον όμως, πιστεύοντα δε εις τον δικαιούντα τον ασεβή, η πίστις αυτού λογίζεται εις δικαιοσύνην ….. Δεν εγράφη δε δι’ αυτόν μόνον, ότι ελογίσθη εις αυτόν, αλλά και δι’ ημάς, εις τους οποίους μέλλει να λογισθή, τους πιστεύοντας εις τον αναστήσαντα εκ νεκρών Ιησούν τον Κύριον ημών∙ όστις παρεδόθη δια τας αμαρτίας ημών, και ανέστη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμαίους,δ΄:2-5, 23-25). Δηλαδή ο Αβραάμ, προεικόνιζε την δικαίωση εκ πίστεως που θα ερχόταν σε όσους πιστέψουν στο λυτρωτικό έργο του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Αφού βέβαια πιστέψει ο άνθρωπος και αναγεννηθεί, συνεχίζει μια πορεία με τον Χριστό, κάνοντας το θέλημά Του, το οποίο είναι ο αγιασμός του ανθρώπου. Ο Κύριος, θέλει να καταλάβουμε ότι δεν πρέπει να στηριζόμαστε στις δυνάμεις μας, αλλά να τον εμπιστευόμαστε σε κάθε δυσκολία που περνάμε στη ζωή μας και να υπομένουμε χωρίς γογγυσμό την παιδεία Του, έτσι ώστε να περιμένουμε την έκβαση που θα κάνει στη δοκιμασία με αποτέλεσμα να αυξανόμαστε στη πίστη και γενικά στο καρπό  του Αγίου Πνεύματος. Αυτό ήθελε ο Κύριος να καταλάβει ο λαός Ισραήλ που για σαράντα χρόνια περιφερόταν μέσα στην έρημο: «Και θέλεις ενθυμείσθαι πάσαν την οδόν, εις την οποίαν σε ωδήγησε Κύριος ο Θεός σου τα τεσσαράκοντα ταύτα έτη εν τη ερήμω, δια να σε ταπεινώση, να σε δοκιμάση, δια να γνωρίση τα εν τη καρδία σου, εάν θέλης φυλάξει τας εντολάς αυτού ή ουχί. Και σε εταπείνωσε, και σε έκαμε να πεινάσεις, και σε έθρεψε με μάννα, (το οποίον δεν εγνώριζες, ουδέ οι πατέρες σου εγνώριζον), δια να σε κάμη να μάθης ότι ο άνθρωπος δεν ζη με μόνον άρτον, αλλ’ ο άνθρωπος ζη με πάντα λόγον εξερχόμενον εκ του στόματος του Κυρίου» (Δευτερονόμιον, η΄:2-3). Διαβάζοντας συνεπώς το γραμμένο λόγο του Θεού,  βλέπουμε ότι η εν Χριστώ πορεία μας, είναι μια πορεία όπου μαθαίνουμε να περπατάμε δια πίστεως. Επί πλέον, ο απόστολος Παύλος τονίζει: «Έχοντες λοιπόν το θάρρος πάντοτε, και εξεύροντες, ότι ενόσω ενδημούμεν εν τω σώματι, αποδημούμεν από του Κυρίου∙ (διότι περιπατούμεν δια πίστεως, ουχί δια της όψεως∙) θαρρούμεν δε, και επιθυμούμεν μάλλον να αποδημήσωμεν από του σώματος, και να ενδημήσωμεν προς τον Κύριον» (Β΄ Κορινθίους, ε΄: 6-8). Βέβαια για να έχουν αυτά τα εδάφια εφαρμογή στη ζωή μας, φανερή προϋπόθεση είναι η αγάπη μας στο Κύριο να βρίσκεται πάνω από οτιδήποτε άλλο στη ζωή μας.

Όσο αφορά το γνωστό δίλλημα πίστη ή έργα, αναφέρουμε ότι ενώ το μόνο έργο για να σωθεί ένας άνθρωπος (όπως ο ένας ληστής), είναι η μετάνοια και η πίστη εκ μέρους του στον Ιησού Χριστό, η φανέρωση όμως της σωτηρίας, όπως και η διατήρηση της, γίνεται μέσω των καλών έργων.  Διαβάζουμε σχετικά:«Αλλ' ότε εφανερώθη η χρηστότης και η φιλανθρωπία του Σωτήρος ημών Θεού, ουχί εξ έργων δικαιοσύνης τα οποία επράξαμεν ημείς, αλλά κατά το έλεος αυτού έσωσεν ημάς διά λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαινίσεως του Αγίου Πνεύματος, το οποίον εξέχεε πλουσίως εφ' ημάς διά Ιησού Χριστού του Σωτήρος ημών, ίνα δικαιωθέντες διά της χάριτος εκείνου, γείνωμεν κληρονόμοι κατά την ελπίδα της αιωνίου ζωής. Πιστός ο λόγος, και θέλω ταύτα να διαβεβαιοίς, διά να φροντίζωσιν οι πιστεύσαντες εις τον Θεόν να προΐστανται καλών έργων. Ταύτα είναι τα καλά και ωφέλιμα εις τους ανθρώπους»(Τίτον, γ΄: 4-8),                                                                      «Τι το όφελος, αδελφοί μου, εάν λέγη τις ότι έχει πίστιν, και έργα δεν έχη; Μήπως η πίστις δύναται να σώση αυτόν; Εάν δε αδελφός ή αδελφή γυμνοί υπάρχωσι, και στερώνται της καθημερινής τροφής, και είπη τις εξ’ υμών προς αυτούς, Υπάγετε εν ειρήνη, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε, και δεν δώσητε εις αυτούς τα αναγκαία του σώματος, τι το όφελος; Ούτω και η πίστις, εάν δεν έχη έργα, νεκρά είναι καθ’ εαυτήν» (Ιακώβου,β΄:14-17) , «Εάν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, τρέφε αυτόν, εάν διψά, πότιζε αυτόν∙ διότι πράττων τούτο θέλεις σωρεύσει άνθρακας πυρός επί την κεφαλήν αυτού»(Ρωμαίους,ιβ΄:20).                                                                                                     Έτσι λοιπόν, ο χριστιανός έχει έργα πίστεως, με τα οποία φανερώνεται η νέα  καθαρή και φωτεινή εν Χριστώ  ζωή του.

Για την ελπίδα, αναφέρεται: «Διότι με την ελπίδα εσώθημεν∙ ελπίς δε ήτις βλέπεται, δεν είναι ελπίς∙ διότι εκείνο το οποίον βλέπει τις, δια τι και ελπίζει; Εάν δε ελπίζωμεν εκείνο το οποίον δεν βλέπομεν, δια της υπομονής περιμένομεν αυτό» (Ρωμαίους,η΄:24). Την ελπίδα προσπαθούμε να την έχουμε πάντοτε στον Κύριο, είτε αφορά απάντηση σε αιτήματα, είτε σε διωγμούς, είτε σε διάφορες δοκιμασίες, κατά τη διάρκεια των οποίων, ελπίζουμε και περιμένουμε με υπομονή, ο Κύριος να επέμβει και να κάνει έκβαση. Η πίστη συνδέεται με την ελπίδα: «Δικαιωθέντες λοιπόν εκ πίστεως, έχομεν ειρήνην προς τον Θεόν δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δια του οποίου ελάβομεν και την είσοδον δια της πίστεως εις την χάριν ταύτην εις την οποίαν ιστάμεθα∙ και καυχώμεθα εις την ελπίδα της δόξης του Θεού. Και ουχί μόνον τούτο, αλλά και καυχώμεθα εις τας θλίψεις∙ γινώσκοντες ότι η θλίψις εργάζεται υπομονήν, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς δεν καταισχύνει, διότι η αγάπη του Θεού είναι εκκεχυμένη εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος εις ημάς» (Ρωμαίους,ε΄:1-5). Ο απόστολος Παύλος που τα γράφει αυτά δια Πνεύματος Αγίου, πέρασε νικηφόρα  πολλές δοκιμασίες και θλίψεις στην εν Χριστώ ζωή του και γι’ αυτό αποτελεί για μας παράδειγμα προς μίμηση, ώστε να διατηρήσουμε και εμείς τη πίστη μας μέχρι τέλους  και να μην αποκάμουμε. Μόνο με αυτή την προοπτική μπορούμε να καυχόμαστε στις θλίψεις διότι γνωρίζουμε ότι μέσω αυτών ο Θεός εργάζεται την υπομονή μέσα μας, η δε υπομονή οικοδομεί δόκιμο χαρακτήρα εντός μας και ο δόκιμος χαρακτήρας εργάζεται την ελπίδα στην έκβαση του Θεού, η οποία ελπίδα δεν θα μείνει αναπάντητη, γιατί ο Θεός ήδη έχει δώσει την αγάπη Του μέσα στις καρδιές μας, δια του Πνεύματος του Αγίου που μας έδωσε.

Η αγάπη είναι ο κεντρικός άξονας πάνω στον οποίο «κρέμεται» όλη η Γραφή. Δυο είναι οι μεγαλύτερες εντολές: «Και θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου και Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μάρκος,ιβ΄:30-31). Ο απόστολος Ιωάννης αναφέρει τον ορισμό της αγάπης:  ‘Διότι αύτη είναι η αγάπη του Θεού, το να φυλάττωμεν τας εντολάς αυτού και αι εντολαί αυτού βαρείαι δεν είναι’.(Α΄ Ιωάννου, ε΄:3). Ο απόστολος Παύλος περιγράφει επακριβώς τα χαρακτηριστικά της γνήσιας αγάπης που ο Θεός δίνει σε μας στο ιγ΄ κεφάλαιο της Α΄ Κορινθίους επιστολής και τελειώνει αναφέροντας ότι η αγάπη είναι μεγαλύτερη από τη πίστη και την ελπίδα γιατί όταν θα πάμε κοντά στον Κύριο, δεν θα χρειαστεί να πιστεύουμε ή να ελπίζουμε διότι θα τον δούμε, ενώ αυτό που θα μένει αιώνια είναι η αγάπη που θα έχουμε για Αυτόν και για τον πλησίον μας. Αμήν!

 

Ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του, φανέρωσε τον εαυτό Του ζωντανό στους αποστόλους δια πολλών τεκμηρίων και τους έδωσε εντολές δια Πνεύματος Αγίου. Ενώ ήταν μαζί τους, τους παρήγγειλε να κηρύξουν το ευαγγέλιο σε όλα τα έθνη αφού όμως πρώτα  περιμένουν να λάβουν δύναμη εξ ύψους, δηλαδή να βαπτιστούν με Άγιο Πνεύμα.  Διαβάζουμε σχετικά:

«Και προσελθών ο Ιησούς, ελάλησε προς αυτούς, λέγων Εδόθη εις εμέ πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης.  Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς να φυλάττωσι πάντα όσα παρήγγειλα εις εσάς και ιδού, εγώ είμαι μεθ' υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν.» (Ματθαίος, κη΄: 18-20)

« Και είπε προς αυτούς Υπάγετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το ευαγγέλιον εις όλην την κτίσιν.  Όστις πιστεύση και βαπτισθή θέλει σωθή, όστις όμως απιστήση θέλει κατακριθή.  Σημεία δε εις τους πιστεύσαντας θέλουσι παρακολουθεί ταύτα, Εν τω ονόματί μου θέλουσιν εκβάλλει δαιμόνια θέλουσι λαλεί νέας γλώσσας  όφεις θέλουσι πιάνει και εάν θανάσιμόν τι πίωσι, δεν θέλει βλάψει αυτούς επί αρρώστους θέλουσιν επιθέσει τας χείρας, και θέλουσιν ιατρεύεσθαι.» (Μάρκος,ιστ΄:15-18).

« και είπε προς αυτούς ότι ούτως είναι γεγραμμένον και ούτως έπρεπε να πάθη ο Χριστός και να αναστηθή εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα, και να κηρυχθή εν τω ονόματι αυτού μετάνοια και άφεσις αμαρτιών εις πάντα τα έθνη, γινομένης αρχής από Ιερουσαλήμ. Σεις δε είσθε μάρτυρες τούτων. Και ιδού, εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του Πατρός μου εφ' υμάς σεις δε καθήσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ εωσού ενδυθήτε δύναμιν εξ ύψους.» (Λουκάς, κδ΄:46-49)

«Και συνερχόμενος μετ' αυτών, παρήγγειλε να μη απομακρυνθώσιν από Ιεροσολύμων, αλλά να περιμένωσι την επαγγελίαν του Πατρός, την οποίαν ηκούσατε, είπε, παρ' εμού.  Διότι ο μεν Ιωάννης εβάπτισεν εν ύδατι, σεις όμως θέλετε βαπτισθή εν Πνεύματι Αγίω ουχί μετά πολλάς ταύτας ημέρας.»(Πράξεις, α΄:4-5).

Η επαγγελία του Πατρός απεστάλη από τον Κύριο την μέρα της Πεντηκοστής. Τότε όλοι οι μαθητές του Κυρίου , συνολικά 120 ψυχές, ήταν όλοι ομοθυμαδόν στο ίδιο μέρος. Ξαφνικά έγινε ένας ήχος σαν τον άνεμο που έρχεται με βία και γέμισε όλο το σπίτι και φάνηκαν γλώσσες σαν φωτιά που διαμοιράζονταν στον καθένα τους και αφού όλοι πληρώθηκαν με Άγιο Πνεύμα, άρχισαν να μιλούν σε ξένες γλώσσες καθώς το Πνεύμα έδινε σ’ αυτούς να λαλούν (Πράξεις,β΄:1-4).

Στη συνέχεια του βιβλίου των Πράξεων, βλέπουμε να λαμβάνουν χώρα τα παρακάτω γεγονότα που αφορούν το βάπτισμα και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος:

Πολλά σημεία και τεράστια γινότανε στο λαό με τα χέρια των αποστόλων ώστε μαζευόταν το πλήθος των γύρω πόλεων στην Ιερουσαλήμ φέροντας ασθενείς και ενοχλούμενους από πνεύματα  ακάθαρτα και όλοι θεραπευόταν.  (Πράξεις, ε΄:16 ).

Βλέπουμε τον διάκονο και ευαγγελιστή Φίλιππο, μετά τον φόνο του πρωτομάρτυρα Στέφανου και τον διωγμό που ακολούθησε, να πηγαίνει στη Σαμάρεια και να κηρύττει στους Σαμαρείτες τον Χριστό. Ο Φίλιππος είχε το χάρισμα των ιαμάτων  διότι από πολλούς που  είχαν πνεύματα ακάθαρτα αυτά εξέρχονταν φωνάζοντας με μεγάλη φωνή, και πολλοί παραλυτικοί και χωλοί θεραπεύτηκαν. Έτσι πολλοί πίστεψαν στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού και βαπτίστηκαν άνδρες και γυναίκες. Όμως ενώ ήταν βαπτισμένοι στο νερό δεν είχαν λάβει το βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό ήλθαν από την Ιερουσαλήμ οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης προσευχήθηκαν γι’ αυτούς, επέθεσαν τα χέρια πάνω τους και τότε έλαβαν Πνεύμα Άγιο.(Πράξεις, η΄:5-17).

Όταν ο απόστολος Πέτρος ευαγγέλιζε τον Ρωμαίο εκατόνταρχο Κορνήλιο μαζί με τους συγγενείς και φίλους του, ενώ ακόμα μιλούσε ο Πέτρος, επήλθε το Πνεύμα το Άγιο σε όλους που άκουγαν  τον λόγο.  Και εξεπλάγησαν οι Ιουδαίοι πιστοί, όσοι ήλθαν μαζί με τον Πέτρο, ότι η δωρεά του Αγίου Πνεύματος δόθηκε και στα έθνη  διότι άκουγαν αυτούς να λαλούν γλώσσες και να δοξάζουν τον Θεό. (Πράξεις, ι΄:44-46 ).

Όταν ο απόστολος Παύλος βρήκε στην Έφεσο δώδεκα μαθητές του Κυρίου, τους πρότρεψε πρώτα να βαπτιστούν στο νερό στο όνομα του Κυρίου Ιησού. Αυτοί υπάκουσαν και βαπτίστηκαν.  Στη συνέχεια αφού ο Παύλος επέθεσε σ’ αυτούς τα χέρια, ήλθε το Πνεύμα το Άγιο επάνω τους και λαλούσαν γλώσσες και προφήτευαν. (Πράξεις, ιθ΄:1-7 ).

Σαν συμπέρασμα αναφέρουμε ότι πρώτα ο Κύριος και στη συνέχεια οι απόστολοί Του, θεωρούσαν το βάπτισμα με Άγιο Πνεύμα σαν βασική ανάγκη κάθε πιστού και ότι στις τρεις από τις τέσσερις περιπτώσεις που αναφέρονται στις Πράξεις το κοινό σημείο ότι βαπτίζεται κάποιος με Άγιο Πνεύμα, είναι οι ξένες γλώσσες και επί πλέον η δοξολογία και η προφητεία.

Όσο αφορά τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος στην εκκλησία, ο απόστολος Παύλος γράφει: « Είναι δε διαιρέσεις χαρισμάτων, το Πνεύμα όμως το αυτό  είναι και διαιρέσεις διακονιών, ο Κύριος όμως ο αυτός  είναι και διαιρέσεις ενεργημάτων, ο Θεός όμως είναι ο αυτός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσι. Δίδεται δε εις έκαστον η φανέρωσις του Πνεύματος προς το συμφέρον.  Διότι εις άλλον μεν δίδεται διά του Πνεύματος λόγος σοφίας, εις άλλον δε λόγος γνώσεως κατά το αυτό Πνεύμα,  εις άλλον δε πίστις διά του αυτού Πνεύματος, εις άλλον δε χαρίσματα ιαμάτων διά του αυτού Πνεύματος, εις άλλον δε ενέργειαι θαυμάτων, εις άλλον δε προφητεία, εις άλλον δε διακρίσεις πνευμάτων, εις άλλον δε είδη γλωσσών, εις άλλον δε ερμηνεία γλωσσών.  Πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, διανέμον ιδία εις έκαστον καθώς θέλει.» ( Α΄ Κορινθίους, ιβ΄:4-11).

Συνεχίζοντας ο απόστολος Παύλος τονίζει τη σημασία της ενότητας της εκκλησίας σαν σώμα Χριστού και την υπεροχή της αγάπης συγκριτικά με οποιοδήποτε χάρισμα μιας και ‘Εάν λαλώ τας γλώσσας των ανθρώπων και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, έγεινα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και εξεύρω πάντα τα μυστήρια και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε να μετατοπίζω όρη, αγάπην δε μη έχω, είμαι ουδέν. Και εάν πάντα τα υπάρχοντά μου διανείμω, και εάν παραδώσω το σώμα μου διά να καυθώ, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι' (Α΄ Κορινθίους, ιγ΄:1-3).

Έτσι βάζοντας μια ιεραρχία συμβουλεύει: «Ακολουθείτε την αγάπην και ζητείτε μετά ζήλου τα πνευματικά, μάλλον δε το να προφητεύητε. Διότι ο λαλών γλώσσαν αγνώριστον δεν λαλεί προς ανθρώπους, αλλά προς τον Θεόν διότι ουδείς ακούει αυτόν, αλλά με το πνεύμα αυτού λαλεί μυστήρια ο δε προφητεύων λαλεί προς ανθρώπους εις οικοδομήν και προτροπήν και παρηγορίαν. Ο λαλών γλώσσαν αγνώριστον εαυτόν οικοδομεί, ο δε προφητεύων την εκκλησίαν οικοδομεί.  Θέλω δε πάντες να λαλήτε γλώσσας, μάλλον δε να προφητεύητε διότι ο προφητεύων είναι μεγαλήτερος παρά ο λαλών γλώσσας, εκτός εάν διερμηνεύη, διά να λάβη οικοδομήν η εκκλησία.». (Α΄ Κορινθίους, ιδ΄:1-5).

Σχετικά με τη λειτουργία των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος στις συναθροίσεις της εκκλησίας, αναφέρει: «Τι πρέπει λοιπόν, αδελφοί; Όταν συνέρχησθε, έκαστος υμών ψαλμόν έχει, διδαχήν έχει, γλώσσαν έχει, αποκάλυψιν έχει, ερμηνείαν έχει πάντα ας γίνωνται προς οικοδομήν. Εάν τις λαλή γλώσσαν αγνώριστον, ας κάμωσι τούτο ανά δύο ή το περισσότερον ανά τρεις και εκ διαδοχής, και εις ας διερμηνεύη αλλ' εάν δεν ήναι διερμηνευτής, ας σιωπά εν τη εκκλησία, ας λαλή δε προς εαυτόν και προς τον Θεόν. Προφήται δε ας λαλώσι δύο ή τρεις, και οι άλλοι ας διακρίνωσιν εάν δε έλθη αποκάλυψις εις άλλον καθήμενον, ο πρώτος ας σιωπά. Διότι δύνασθε ο εις μετά τον άλλον να προφητεύητε πάντες, διά να μανθάνωσι πάντες και πάντες να παρηγορώνται και τα πνεύματα των προφητών υποτάσσονται εις τους προφήτας  διότι ο Θεός δεν είναι ακαταστασίας, αλλ' ειρήνης. Καθώς εν πάσαις ταις εκκλησίαις των αγίων.» (Α΄ Κορινθίους, ιδ΄:26-33).

Στις μέρες μας, χαρίσματα  του Αγίου Πνεύματος όπως αυτά της προφητείας και του να μιλάει κάποιος σε γλώσσα αγνώριστη,  έχουν παρεξηγηθεί και κατηγορηθεί ότι σχετίζονται με επήρεια ουσιών η με σχιζοφρένεια, αλλά και με άλλες βαριές κατηγορίες. Βέβαια δεν είναι σωστό να ταυτίζουμε μια επαγγελία από το Θεό, με μια ψυχική πάθηση γιατί τότε και οι απόστολοι θα ήταν ψυχασθενείς, άποψη πολύ προσβλητική για τον Πατέρα Θεό. Δυστυχώς τροφή γι’ αυτές τις κατηγορίες δίνουν κάποιες όντως παθολογικές καταστάσεις, όπως αυτή που ο απόστολος Παύλος αναφέρει: «Εάν λοιπόν συνέλθη η εκκλησία όλη επί το αυτό και λαλώσι πάντες γλώσσας αγνωρίστους, εισέλθωσι δε ιδιώται ή άπιστοι, δεν θέλουσιν ειπεί ότι είσθε μαινόμενοι.» Γι’ αυτό καλό είναι να προσέχουμε να υπάρχει η τάξη που ο λόγος του Κυρίου αναφέρει σχετικά με τη λειτουργία των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος έτσι ώστε να επέρχεται πνευματική οικοδομή και όχι ακαταστασία. Όσο αφορά τον ισχυρισμό κάποιων ότι τις ξένες γλώσσες τις έδωσε ο Θεός στους αποστόλους για να κηρύξουν στα έθνη και γενικότερα ότι τα χαρίσματα της γλωσσολαλιάς και της προφητείας ίσχυαν μόνο στην εποχή των αποστόλων ενώ σήμερα δεν υφίσταται ανάγκη να  υπάρχουν, αναφέρουμε πρώτα ότι η γλωσσολαλιά δίνεται προς την ατομική πνευματική οικοδομή του κάθε χριστιανού (Α΄ Κορινθίους,ιδ΄:4) και επί πλέον ότι ‘Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει τα άλλα όμως, είτε προφητείαι είναι, θέλουσι καταργηθή είτε γλώσσαι, θέλουσι παύσει είτε γνώσις, θέλει καταργηθή.  Διότι κατά μέρος γινώσκομεν και κατά μέρος προφητεύομεν όταν όμως έλθη το τέλειον, τότε το κατά μέρος θέλει καταργηθή’ (Α΄ Κορινθίους, ιγ΄:8-10). Πιστεύουμε να μην αμφιβάλει κανείς ότι το τέλειο δεν έχει έρθει ακόμη, επομένως και τα χαρίσματα της προφητείας και των γλωσσών δεν έχουν ακόμη καταργηθεί.

Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος δια Πνεύματος Αγίου συμβουλεύει: ‘Το Πνεύμα μη σβύνετε,  προφητείας μη εξουθενείτε Πάντα δοκιμάζετε, το καλόν κατέχετε  από παντός είδους κακού απέχεσθε.’ (Α΄ Θεσσαλονικείς, ε΄:19-22).  Σαφώς κάθε αποκάλυψη, προφητεία, διδασκαλία, εμπειρία για να γίνει αποδεκτή από την εκκλησία θα πρέπει να συμφωνεί με το ευαγγέλιο του Κυρίου Ιησού Χριστού, αλλά χρειάζεται μεγάλη προσοχή ώστε να μη σβήσουμε το Πνεύμα, γιατί τότε  αντί να λειτουργούν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος στις συναθροίσεις της  εκκλησίας θα επιδοθούμε σε τυπικά θεάματα και ακούσματα που ευχαριστούν προσωρινά την όραση και την ακοή μας, αλλά δεν βοηθούν ουσιαστικά στην πνευματική οικοδομή μας. Σαν τελικό συμπέρασμα αναφέρουμε την προτροπή του αποστόλου Παύλου: ‘Ώστε, αδελφοί, ζητείτε μετά ζήλου το προφητεύειν, και το λαλείν γλώσσας μη εμποδίζετε  πάντα ας γίνωνται ευσχημόνως και κατά τάξιν’ (Α΄ Κορινθίους, ιδ΄:39-40). Αμήν.

 
Περισσότερα Άρθρα...

Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς να φυλάττωσι πάντα όσα παρήγγειλα εις εσάς· και ιδού, εγώ είμαι μεθ' υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. (Ματθαίος κη' 19)