«διότι πάσαι αι επαγγελίαι του Θεού είναι εν αυτώ το ναι, και εν αυτώ το αμήν, προς δόξαν του Θεού δι’ ημών» ( Β΄ Κορινθίους, α΄:20)

«Διότι έχετε χρείαν υπομονής, διά να κάμητε το θέλημα του Θεού και να λάβητε την επαγγελίαν» (Εβραίους,ι΄:36)

Ο Κύριος ο Θεός, είναι ο Ποιητής του ουρανού και της γης, δηλαδή του χώρου και της ύλης. Αυτός δημιούργησε αστέρες πλανήτες και Γαλαξίες και έθεσε τους νόμους που καθορίζουν τη θέση και τις κινήσεις τους. Αυτός διαμόρφωσε τις κατάλληλες συνθήκες στον πλανήτη Γη, έτσι ώστε να κατοικείται. Έτσι από την ακατασκεύαστη αρχικά ύλη, έφτιαξε τα στοιχεία και την πρώτη βασική για τη ζωή χημική ένωση, το νερό, μετά το επίσης απαραίτητο φως, το φυτικό βασίλειο που παράγει με τη φωτοσύνθεση τροφή και μετά το ζωικό βασίλειο του πλανήτη Γη. Τέλος έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του.

Όσο αφορά το βασικό ερώτημα, ‘Ποιος είναι ο σκοπός της δημιουργίας;’ ο λόγος του Κυρίου απαντά: ‘Διότι η μεγάλη προσδοκία της κτίσεως προσμένει την φανέρωσιν των υιών του Θεού’.( Ρωμαίους η΄: 19) Με βάση αυτό μπορούμε να πούμε ότι όλες οι επαγγελίες του Θεού στους ανθρώπους έχουν να κάνουν με την εκπλήρωση αυτού του σκοπού.

Έτσι o Θεός αφού δημιούργησε τους πρωτόπλαστους Αδάμ και Εύα τους έθεσε στον κήπο της Εδέμ, να ζουν και να εργάζονται σε ένα κατάλληλο και ευλογημένο περιβάλλον διαβίωσης για αυτούς, δίνοντας τους την ελευθερία να επιλέξουν ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Οι πρωτόπλαστοι παράκουσαν στο θέλημα του Θεού με αποτέλεσμα, ο μισθός της αμαρτίας που είναι ο θάνατος να έρθει στη ζωή αυτών και των απογόνων τους.

Αμέσως μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, ο Θεός έδωσε την πρώτη επαγγελία σχετική με την σωτηρία του ανθρώπου, λέγοντάς στον Σατανά ο οποίος είχε εξαπατήσει μέσω του όφεως την Εύα, ‘έχθραν θέλω στήσει αναμέσον σου και της γυναικός, και αναμέσον του σπέρματός σου και του σπέρματος αυτής αυτό θέλει σου συντρίψει την κεφαλήν, και συ θέλεις κεντήσει την πτέρναν αυτού’ ( Γένεση, γ΄:15).

Αυτή η επαγγελία εκπληρώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού. Διαβάζουμε σχετικά: «ότε όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού, όστις εγεννήθη εκ γυναικός και υπετάγη εις τον νόμον, διά να εξαγοράση τους υπό νόμον, διά να λάβωμεν την υιοθεσίαν. Και επειδή είσθε υιοί, εξαπέστειλεν ο Θεός το Πνεύμα του Υιού αυτού εις τας καρδίας σας, το οποίον κράζει Αββά, ο Πατήρ. Όθεν δεν είσαι πλέον δούλος αλλ' υιός εάν δε υιός, και κληρονόμος του Θεού διά του Χριστού» ( Γαλάτες, δ΄: 4-7)

Συνεπώς σήμερα, στην οικονομία της χάριτος που ζούμε, για να γίνει ο άνθρωπος υιός Θεού, πρέπει πιστέψει και να δεχθεί  τον Ιησού Χριστό σαν προσωπικό του Σωτήρα. Διαβάζουμε σχετικά: ‘Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι δεν εδέχθησαν αυτόν. Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν.’ (Ιωάννης, α΄: 11-13)

Βέβαια και σε όλες τις γενεές των ανθρώπων που προηγήθηκαν της ενανθρώπισης του Ιησού Χριστού, η πίστη του ανθρώπου στις επαγγελίες του Θεού, ήταν το κριτήριο  ευαρέσκειας του Θεού σ’ αυτόν, σύμφωνα με το γεγραμμένο, ‘χωρίς δε πίστεως αδύνατον είναι να ευαρεστήση τις εις αυτόν διότι ο προσερχόμενος εις τον Θεόν πρέπει να πιστεύη ότι είναι και γίνεται μισθαποδότης εις τους εκζητούντας αυτόν’ ( Εβραίους, ια΄:6).

Αναφέρουμε σαν παράδειγμα, τον ονομαζόμενο πατέρα της πίστης, τον Αβραάμ. Όταν φανερώθηκε ο Κύριος στον Αβραάμ, του είπε να βγει από την γη του, από τη συγγένειά του και από το σπίτι του πατέρα του και να πάει στη γη που Αυτός θα του έδειχνε.  Επίσης του έδωσε επαγγελίες λέγοντας ότι θα τον ευλογούσε, ότι θα τον έκανε μεγάλο έθνος  και ότι μέσω αυτού θα ευλογούντο όλες οι φυλές της Γης (Γένεση, ιβ΄:1-2). Ο Αβραάμ, ο οποίος βγήκε από μια συγγένεια ειδωλολατρική (Ιησούς του Ναυή, κδ΄:2), δεν το σκέφτηκε πολύ, αλλά πίστεψε στα λόγια του αληθινού Θεού και ‘εξήλθε μη εξεύρων που υπάγει’( Εβραίους, ια΄:8). Ο Αβραάμ λοιπόν, εφόσον δέχτηκε τον Θεό στη ζωή του, εννόησε ότι έπρεπε να υπακούσει στην φωνή του Κυρίου και εκεί που θα τον οδηγούσε ο Κύριος στην καθημερινή του πορεία, εκεί να πήγαινε και αυτός.

Ο Αβραάμ, έφτασε τελικά στη γη που ο Κύριος του έδειξε, την οποία ο Κύριος, με νέα επαγγελία, υποσχέθηκε να τη χαρίσει στο σπέρμα του. Διαβάζοντας τη συνέχεια της ζωής του Αβραάμ, βλέπουμε  ότι δεν ήταν όλα ρόδινα στη ζωή του αλλά πέρασε μεγάλες δοκιμασίες. Η επαγγελία του Θεού ότι θα τον κάνει μεγάλο έθνος, δηλαδή ότι θα κάνει παιδί ή παιδιά με την Σάρρα την γυναίκα του αργούσε να εκπληρωθεί, μιας και η Σάρρα ήταν στείρα και δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει. Ο Κύριος φανερωνόταν στον Αβραάμ και τον ενίσχυε ψυχολογικά με την παρουσία Του και του μιλούσε. Ο Αβραάμ όμως έλεγε στον Κύριο ότι είναι άτεκνος και ότι θα τον κληρονομήσει ο δούλος του ο Ελιέζερ. Όμως ο Κύριος του είπε πως θα του δώσει  παιδί που αυτό θα τον κληρονομήσει. Εκείνη την νύχτα, ο Κύριος έδειξε στον Αβραάμ τα άστρα του ουρανού και του είπε ότι όσο είναι το  πλήθος των άστρων τόσος θα είναι ο αριθμός των απογόνων του.  Τότε ο Αβραάμ πίστεψε στα λόγια του Θεού και αυτή η πίστη του λογίστηκε σε δικαιοσύνη (Γένεσις,ιε΄ 1-6). Ο Θεός είχε καθορίσει την ώρα και τον χρόνο που ο Αβραάμ θα έκανε παιδί με την Σάρρα. Αρχικά ο Κύριος δεν φανέρωσε στον Αβραάμ πότε θα ενεργήσει. Αφού πέρασαν 24 χρόνια από τότε που έδωσε την επαγγελία, βλέπουμε τον Κύριο να έρχεται στον Αβραάμ και στη Σάρρα και να τους φανερώνει ότι σε ένα χρόνο από εκείνη την ημέρα η Σάρρα θα γεννήσει υιό (τον Ισαάκ). Η Σάρρα αρχικά δεν πίστεψε και γέλασε, μετά όμως που ο Κύριος την έλεγξε γι’ αυτό το γέλιο της απιστίας, η Σάρρα φοβήθηκε, γεγονός που αποδεικνύει ότι τελικά και αυτή πίστεψε στην επαγγελία του Κυρίου. Έτσι μετά από λίγο συνέλαβε και μέσα σε ένα χρόνο γέννησε τον Ισαάκ.

Σίγουρα είναι δύσκολο, όπως ήταν στον Αβραάμ και στη Σάρρα, έτσι και στον καθένα μας, να περιμένουμε να εκπληρωθούν προσωπικά μας αιτήματα για τα οποία έχουμε από τον Θεό επαγγελία για την εκπλήρωσή τους. Αυτό που μας έχει υποσχεθεί ο Θεός μπορεί μερικές φορές να αργεί να εκπληρωθεί αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα εκπληρωθεί ποτέ. Εφόσον φυσικά μένουμε πιστοί στον Κύριο και δεν αποκάμουμε, σίγουρα θα εκπληρωθεί,‘διότι εάν δεν αποκάμνωμεν, θέλομεν θερίσει εν τω δέοντι καιρώ’(Γαλάτες, ς΄:9). Δεν είναι εύκολο φυσικά να περιμένουμε για πολύ καιρό μια μη υλοποιημένη επαγγελία. Το μάθημα της υπομονής είναι πολύ δύσκολο, ειδικά όταν τα προβλήματα είναι μεγάλα και τότε δοκιμάζεται η πίστη μας στον Θεό. Ο Θεός, είναι δίκαιος και δεν ξεχνά τις υποσχέσεις του. Όμως σαν καλός Πατέρας θέλει  να δώσει μια παιδεία στα παιδιά Του, ώστε αυτά να εκτιμήσουν σωστά την μέγιστη επαγγελία της σωτηρίας που χάρισε, με τη θυσία του Υιού Του, στη ζωή τους, έτσι ώστε αυτά να παραμείνουν κοντά Του μέχρι τέλους. Γι’ αυτό ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας δίνει μια επαγγελία, με προϋπόθεση εκπλήρωσης, λέγοντας, ‘ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή’ (Ματθαίος, ς΄:33). Αν κάνουμε αυτό, δεν θα αποκάμουμε περιμένοντας την εκπλήρωση των προσωπικών επαγγελιών που έχουμε από το Θεό και αφορούν κυρίως αποκατάσταση επαγγελματική ή οικογενειακή ή υγείας στη ζωή μας. Επί πλέον, όταν εκπληρωθούν αυτές οι επαγγελίες στη ζωή μας, δεν θα κινδυνέψουμε να πούμε όταν ο Κύριος μας καλεί ‘αγρόν ηγόρασα , και έχω ανάγκην να εξέλθω και να ίδω αυτόν’ή ‘Ηγόρασα πέντε ζεύγη βοών, και υπάγω να δοκιμάσω αυτά’ή‘Γυναίκα ενυμφεύθην, και διά τούτο δεν δύναμαι να έλθω’(Λουκάς, ιδ΄:18-20) .

Συνοψίζοντας αναφέρουμε ότι όλες οι επαγγελίες του Θεού είναι ναι και αμήν. Οι μέγιστες και τίμιες επαγγελίες που αφορούν την συγχώρηση και αναγέννηση του αμαρτωλού ανθρώπου όπως και τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ναι μεν απευθύνονται σε όλους τους ανθρώπους αλλά εκπληρώνονται μόνο σ’ αυτούς που μετανοούν και πιστεύουν στον Ιησού Χριστό και το ευαγγέλιό Του. Η ώρα του Θεού για την εκπλήρωση αυτών των επαγγελιών έχει να κάνει συνεπώς με την ειλικρινή μετάνοια, πίστη και την εκζήτηση του θελήματος του Θεού από τον πιστό άνθρωπο στη ζωή του. Οι άλλες επαγγελίες που αφορούν την προσωπική ζωή κάθε πιστού δεν πρέπει να αμελούνται από τον πιστό, αλλά να τοποθετούνται εκ μέρους του, ιεραρχικά κάτω από την εκζήτηση της βασιλείας του Θεού. Τότε μόνο δεν θα κινδυνεύσει να χάσει την σωτηρία της ψυχής του, είτε λαμβάνοντας είτε όχι αυτές τις επαγγελίες. Γι’ αυτό ο λόγος του Θεού μας προτρέπει: ‘προσέχετε, αδελφοί, να μη υπάρχη εις μήδενα από σας πονηρά καρδία απιστίας, ώστε να αποστατήση από Θεού ζώντος, αλλά προτρέπετε αλλήλους καθ' εκάστην ημέραν, ενόσω ονομάζεται το σήμερον, διά να μη σκληρυνθή τις εξ υμών διά της απάτης της αμαρτίας διότι μέτοχοι εγείναμεν του Χριστού, εάν κρατήσωμεν μέχρι τέλους βεβαίαν την αρχήν της πεποιθήσεως,...Ας φοβηθώμεν λοιπόν μήποτε, ενώ μένει εις ημάς επαγγελία να εισέλθωμεν εις την κατάπαυσιν αυτού, φανή τις εξ υμών ότι υστερήθη αυτής. Διότι ημείς ευηγγελίσθημεν, καθώς και εκείνοι αλλά δεν ωφέλησεν εκείνους ο λόγος, τον οποίον ήκουσαν, επειδή δεν ήτο εις τους ακούσαντας ηνωμένος με την πίστιν (Εβραίους, γ:12-14, δ΄:1,2). Αμήν!

 

 

«…διότι το πάσχα ημών εθυσιάσθη υπέρ ημών, ο Χριστός»(Α΄ Κορινθίους, ε΄:7)

Το Πάσχα είναι μια γιορτή που γιορτάζεται στη χώρα μας κάθε χρόνο, μία Κυριακή συνήθως του Απριλίου ή σπανιότερα του Μαΐου, που ονομάζεται Κυριακή του Πάσχα. Το γεγονός που εορτάζεται αυτή τη μέρα είναι η Ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χριστού, η δε γιορτή περιλαμβάνει και το παραδοσιακό φαγητό του ψημένου αρνιού ή κατσικιού.

Το Πάσχα, όσο και αν σε μερικούς μπορεί να φανεί παράδοξο, έχει τις ρίζες του  στο λαό Ισραήλ και η αρχή του χρονικά τοποθετείται στο τέλος της περιόδου που οι Ισραηλίτες βρισκόταν στην Αίγυπτο. Τότε οι Αιγύπτιοι συμπεριφέρθηκαν με κακία στο λαό Ισραήλ και αυτό έκανε τους Ισραηλίτες να φωνάξουν στον Θεό εξαιτίας της αδικίας που βίωναν. Ο Θεός απάντησε στις προσευχές τους, στέλνοντας τον Μωυσή και τον αδερφό του Ααρών στον Φαραώ, για να του ζητήσουν να αφήσει το λαό να λατρεύσει τον Θεό του, στη γη που Αυτός θα τους έδινε. Ο Φαραώ, αρχικά  έδειξε σκληροκαρδία ενώπιον του Κυρίου και δεν θέλησε να αφήσει το λαό. Ο Θεός με ενέργειες θαυμάτων έδειξε την δύναμή Του, επιφέροντας δυσάρεστα και καταστροφικά γεγονότα στο Φαραώ και στο λαό των Αιγυπτίων. Το τελευταίο και το πιο επώδυνο από αυτά τα γεγονότα, με το οποίο ο Θεός έκαμψε την σκληροκαρδία του Φαραώ, σχετίζεται με την εορτή του Πάσχα. Αναφέρουμε περιληπτικά ότι ο Κύριος σκόπευε να στείλει άγγελο σε κάθε σπίτι στην Αίγυπτο, με σκοπό να θανατώσει κάθε πρωτότοκο αρσενικό ανθρώπου και ζώου. Τότε ο Κύριος παρήγγειλε, μέσω του Μωυσή και Ααρών, στο λαό Ισραήλ, τη δέκατη ημέρα του μήνα που διένυαν, τον οποίο στο εξής θα είχαν σαν τον  πρώτο μήνα του χρόνου, να επιλέξουν ένα αρσενικό χρονιάρικο αρνί ή κατσίκι που να είναι χωρίς ελάττωμα. Αυτό έπρεπε να το φυλάνε μέχρι της 14ης ημέρας αυτού του μήνα  και προς το βράδυ να το σφάξουν και από το αίμα του να βάψουν τους δυο παραστάτες και το ανώφλι της πόρτας των σπιτιών τους. Στη συνέχεια έπρεπε να το ψήσουν και να το φάνε με άζυμα (ψωμί χωρίς προζύμι) και με πικρά χόρτα. Οι Ισραηλίτες θα έπρεπε  να δειπνήσουν αυτό το τελευταίο δείπνο της παροικίας τους στην Αίγυπτο, έχοντας δεμένη την μέση  με την ζώνη τους, με τα υποδήματα στα πόδια τους καθώς και βαστώντας ο καθένας στο χέρι την ατομική του ράβδο. Δηλαδή έπρεπε να είναι έτοιμοι για αναχώρηση.  Έτσι και έγινε εκείνη την νύχτα, ο Θεός έστειλε άγγελο που μπήκε στα σπίτια των Αιγυπτίων και θανάτωσε κάθε πρωτότοκο αγόρι από τον πρωτότοκο γιο του Φαραώ μέχρι τον πρωτότοκο του τελευταίου δούλου της Αιγύπτου, ενώ στα σπίτια των Ισραηλιτών όπου υπήρχε το αίμα του αρνιού στους δύο παραστάτες και το ανώφλι της πόρτας, ο άγγελος προσπερνούσε και δεν θανάτωνε τα πρωτότοκα.

Συνεπώς το Εβραϊκό Πάσχα είναι μια εορτή που ο Θεός καθιέρωσε να εορτάζει ο λαός Ισραήλ, σε ανάμνηση της προσπέρασης του αγγέλου  από τα σπίτια των Ισραηλιτών όπου υπήρχε το αίμα στην εξώπορτα, ενώ αντίθετα έμπαινε στα σπίτια  των Αιγυπτίων που δεν είχαν αίμα στις εξώπορτες και θανάτωνε τα πρωτότοκα αγόρια. Επί πλέον η ανάμνηση αυτού του γεγονότος ταυτιζότανε με την απελευθέρωση του λαού Ισραήλ από τη δουλεία στην Αίγυπτο (Έξοδος, ιβ΄ κεφάλαιο).

Βέβαια η εορτή του Εβραϊκού Πάσχα καθώς και οι θυσίες ζώων για τη συγχώρηση των αμαρτιών που απαιτούσε ο νόμος της Παλαιάς Διαθήκης που δόθηκε στη συνέχεια, προεικόνιζαν τη θυσία του Ιησού Χριστού.  Άλλωστε σε πολλά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, υπάρχουν πολλές και αξιοθαύμαστες προφητείες που αναφέρονται στην ενανθρώπιση, στο έργο, στη θυσία και στην ανάσταση του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο μέρος της Παλαιάς Διαθήκης   αναφέρεται  στην ιστορία του λαού Ισραήλ, μέσα στον οποίο υπήρχαν πιστοί  άνθρωποι μέσω των οποίων  ο Θεός εκπλήρωσε το σχέδιο της σωτηρίας των  ανθρώπων, που είχε καταστρώσει προ καταβολής του κόσμου. Αυτό ήταν η  διατήρηση ανόθευτης πίστης και αγιασμού στους ανθρώπους έτσι ώστε όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός βρήκε την αγία παρθένο Μαρία η οποία δέχθηκε με πίστη να συλλάβει δια Πνεύματος Αγίου και να γεννήσει τον  Υιό του Θεού. Έχοντας υπόψη αυτό το σχέδιο του Θεού μπορούμε να κατανοήσουμε τις δυσάρεστες καταστάσεις που επέτρεψε να συμβούν στο λαό Ισραήλ όταν απομακρυνόταν από το θέλημα του Θεού, ώστε να επιστρέψει στον αγιασμό. Ο Πατέρας Θεός γνώριζε ότι μόνο με τη θυσία του Υιού του Ιησού Χριστού, θα δινόταν η δυνατότητα σωτηρίας σε όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα φυλής και έθνους, μιας και το θέλημα του Θεού είναι ‘να σωθώσι πάντες οι άνθρωποι και να έλθωσιν εις επίγνωσιν της αληθείας’(Α΄ Τιμόθεον, β΄: 4). Αυτό διότι για να ικανοποιηθούν οι ταυτιζόμενες με τη φύση του Θεού ηθικές αξίες της δικαιοσύνης και της αγάπης απαιτούσαν από τη μια την τιμωρία όλων των ανθρώπων, μιας και όλοι αμάρτησαν και από την άλλη την συγχώρηση κατά χάρη όλων των αμαρτωλών. Έτσι οι αρχικά ασύμβατες αυτές κατευθύνσεις του θελήματος το Θεού,τελικά απέκτησαν χρυσή τομή μέσω μόνο της θυσίας του αναμάρτητου Κύριου Ιησού Χριστού, ως αμνού άμωμου και ασπίλου. Ο Ιησούς Χριστός πρόσφερε τον εαυτό του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, πληρώνοντας για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων. Διαβάζουμε σχετικά:

«… δια των πληγών αυτού ημείς ιάθημεν …Αυτός ήτο κατατεθλιμμένος και βεβασανισμένος, αλλά δεν ήνοιξε το στόμα αυτού∙ εφέρθη ως αρνίον επί σφαγήν, και ως πρόβατον έμπροσθεν του κείροντος αυτό άφωνο, ούτω δεν ήνοιξε το στόμα αυτού» (Ησαΐας, νγ΄:5,7),

«… εξεύροντες ότι δεν ελυτρώθητε από της ματαίας πατροπαραδότου διαγωγής υμών δια φθαρτών, αργυρίου ή χρυσίου, αλλά δια του τιμίου αίματος του Χριστού, ως αμνού αμώμου και ασπίλου»(Πέτρου Α΄, α΄:18-19).

«Τα δε πάντα είναι εκ του Θεού, όστις διήλλαξεν ημάς προς εαυτόν δια του Ιησού Χριστού, και έδωκεν εις ημάς την διακονίαν της διαλλαγής∙ δηλονότι ο Θεός ήτο εν τω Χριστώ, διαλλάσων τον κόσμον προς εαυτόν, μη λαγαριάζων εις αυτούς τα πταίσματα αυτών∙ και ενεπιστεύθη εις ημάς τον λόγον της διαλλαγής. Υπέρ του Χριστού λοιπόν είμεθα πρέσβεις, ως εάν σας παρεκάλει ο Θεός δι’ ημών∙ δεόμεθα λοιπόν υπέρ του Χριστού, διαλλάγητε προς τον Θεόν. Διότι τον μη γνωρίσαντα αμαρτίαν έκαμεν υπέρ ημών αμαρτίαν, δια να γείνωμεν ημείς δικαιοσύνη του Θεού δι’ αυτού» ( Β΄ Κορινθίους, ε΄:18-21).

«Εάν όμως περιπατώμεν εν τω φωτί καθώς αυτός είναι εν τω φωτί, έχομεν κοινωνίαν μετ’ αλλήλων, και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού αυτού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» ( Α΄ Ιωάννου, α΄:7).

Έτσι καθώς ο λαός Ισραήλ έσφαξε το αρνί για να σωθούν τα πρωτότοκα του, ο Πατέρας Θεός προσέφερε τον Υιό του ‘ως αρνίον επί σφαγήν’, ώστε όποιος πιστέψει σε Αυτόν να σωθεί. Όπως το αίμα του αρνιού στην εξώπορτα του σπιτιού ήταν απαραίτητο για να μη έμπαινε μέσα σ’ αυτό η οργή του Θεού, έτσι είναι απαραίτητο το αίμα του Χριστού να καθαρίζει την καρδιά του ανθρώπου από κάθε αμαρτία, ώστε να αυτός να παραμένει συμφιλιωμένος με το Θεό και να ζει ελεύθερος μακριά από τη δουλεία του διαβόλου.

Συνοψίζοντας λέμε ότι αμαρτίες μας είναι το εμπόδιο που πρέπει να φύγει από τη μέση για να πλησιάσουμε τον Θεό. Η δυνατότητα να φύγει αυτό το εμπόδιο δίνεται σε κάθε άνθρωπο μόνο με αποδοχή εκ μέρους του, της λυτρωτικής θυσίας του Κυρίου και της επίκλησης στη συνέχεια του ονόματός Του. Χαρακτηριστικό γραφικό παράδειγμα επαλήθευσης αυτής της αλήθειας είναι η περίπτωση του ενός από τους δύο ληστές που είχαν σταυρωθεί μαζί με τον Κύριο. Έτσι και κάθε άνθρωπος  πρέπει να παραδεχθεί ότι είναι αμαρτωλός, να μετανοήσει για τις αμαρτίες του και να επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου. Τότε ο Κύριος θα τον συγχωρέσει όπως συγχώρησε τον ληστή, καθαρίζοντας με το άγιο αίμα Του την καρδιά του, θα του αφαιρέσει κάθε ενοχή δίνοντας ειρήνη και ανάπαυση στη ψυχή του. Έτσι ο πιστός  βεβαιώνεται προσωπικά ότι ο Ιησούς Χριστός  είναι ο αναστημένος Υιός του Θεού και τότε μόνο θα λέει με πίστη ‘Χριστός ανέστη- Αληθώς ανέστη ο Κύριος’ και όχι τυπικά. Ας ζητήσουμε  λοιπόν, αν δε το κάναμε μέχρι τώρα, τον Χριστό στη ζωή μας, έτσι ώστε να εορτάζουμε ουσιαστικά το προσωπικό μας χριστιανικό Πάσχα, εννοώντας το γεγραμμένο ‘διότι το πάσχα ημών εθυσιάσθη υπέρ ημών, ο Χριστός’. Αμήν!

 

«Διότι τις εξ υμών, θέλων να οικοδομήσει πύργον, δεν κάθηται πρώτον και λογαριάζει την δαπάνην, αν έχη τα αναγκαία δια να τελειώση αυτόν; μήποτε αφού βάλη θεμέλιον και δεν δύναται να τελειώση αυτόν, αρχίσωσι πάντες οι βλέποντες να εμπαίζωσιν αυτόν, λέγοντες Ότι ούτος ο άνθρωπος ήρχισε να οικοδομή και δεν ηδυνήθη να τελειώση. ...  Ούτω λοιπόν πας όστις εξ υμών δεν απαρνείται πάντα τα εαυτού υπάρχοντα, δεν δύναται να είναι μαθητής μου» (Λουκάς, ιδ΄:28-30,33)

Κάθε άνθρωπος που θέλει να οικοδομήσει και να φτιάξει ένα σπίτι, κάνει ένα προϋπολογισμό της δαπάνης που θα απαιτηθεί από την αρχή της οικοδόμησης του σπιτιού έως το τέλος αυτής. Έχει υπόψη του ότι θα χρειαστούν χρήματα για την έκδοση άδειας οικοδομής, για τον μηχανικό, για τους εργάτες (οικοδόμους – ηλεκτρολόγους – υδραυλικούς - ελαιοχρωματιστές), τα εργασιακά ένσημα, για τα οικοδομικά υλικά, για τα έπιπλα και για ότι άλλο χρειαστεί να δαπανήσει  μέχρι να ολοκληρωθεί η κατασκευή του σπιτιού του. Όταν αυτή η κατασκευή ολοκληρωθεί, χαίρεται γιατί βλέπει ένα έτοιμο σπίτι για να ζήσει αυτός και η οικογένειά του. Συνεπώς  προϋπολογισμός της δαπάνης κάθε οικοδομής, είναι απαραίτητο να γίνει από τον οικοδομούντα, ώστε αυτός να μη βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να αρχίσει την οικοδομή αλλά να μη μπορέσει να την ολοκληρώσει.

Αυτό το παράδειγμα του προϋπολογισμού της δαπάνης της υλικής οικοδομής, ο Κύριος Ιησούς Χριστός το ανέφερε για να βοηθήσει κάθε συνειδητό χριστιανό να κάνει σωστό προϋπολογισμό δαπάνης της πνευματικής οικοδομής που καλείται να οικοδομήσει στον εσωτερικό του άνθρωπο. Η Αγία Γραφή μας πληροφορεί ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από τον Τριαδικό Θεό, ‘κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού’, έτσι ώστε ο ίδιος να επιλέξει να γίνει παιδί Θεού, το δε σώμα του να γίνει ναός του Θεού. Βέβαια, όπως έχουμε αναφέρει πολλές φορές σε προηγούμενα άρθρα, για να γίνει κάποιος παιδί Θεού, πρέπει να μετανοήσει για τις αμαρτίες του και να πιστέψει ότι ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός είναι ο αναμάρτητος Υιός του Θεού που πλήρωσε με τη θυσία Του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά για τις αμαρτίες του και αναστήθηκε για τη δικαίωσή του. Η άμεση συνέπεια αυτής της πίστης είναι ο μετανοημένος άνθρωπος να επικαλεστεί τον Ιησού Χριστό, με αποτέλεσμα ο Πατέρας Θεός να τον αναγεννήσει και να τον κάνει παιδί Του. Η αναγέννηση του πιστού ταυτίζεται με τα προσωπικά ‘Χριστούγεννά’ του και από κει και πέρα αρχίζει ο καλός αγώνας του πιστού να μορφωθεί ο Χριστός μέσα στον εσωτερικό του άνθρωπο, δηλαδή η οικοδόμηση εκ μέρους του πιστού της ατομικής του πνευματικής οικοδομής που θα αποτελεί κατοικητήριο του Τριαδικού Θεού.  Έτσι όσοι λέμε ότι αγαπάμε τον Κύριο Ιησού  διότι μας έσωσε από τον αιώνιο θάνατο και με το αίμα του το άγιο μας εξαγόρασε από την δουλεία της αμαρτίας, οφείλουμε σωματικώς και πνευματικώς  να είμαστε δικοί Του. Διαβάζουμε στην Καινή Διαθήκη σχετικά:

«Δεν εξεύρετε ότι είσθε ναός Θεού, και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί εν υμίν; Εάν τις φθείρη τον ναόν του Θεού, τούτον θέλει φθείρει ο Θεός∙ διότι ο ναός του Θεού είναι άγιος, όστις είσθε σείς» (Α΄ Κορινθίους, γ΄:16-17).

«Διότι ηγοράσθητε δια τιμής∙ δοξάσατε λοιπόν τον Θεόν δια του σώματός σας, και δια του πνεύματός σας, τα οποία είναι του Θεού» (Α΄ Κορινθίους, ς΄:20).

«Επειδή η αγάπη του Χριστού συσφίγγει ημάς, διότι κρίνομεν τούτο, ότι εάν εις απέθανεν υπέρ πάντων, άρα οι πάντες απέθανον και απέθανεν υπέρ πάντων, διά να μη ζώσι πλέον δι' εαυτούς οι ζώντες, αλλά διά τον αποθανόντα και αναστάντα υπέρ αυτών.» (Β΄ Κορινθίους, ε΄:14,15).

Έτσι αυτός που εκτιμά το έργο της αγάπης του Κυρίου στη ζωή του, κάνει ένα  σωστό προϋπολογισμό δαπάνης της πνευματικής οικοδομής που καλείται να οικοδομήσει. Ο Κύριος λέγοντας ‘Ούτω λοιπόν πας όστις εξ υμών δεν απαρνείται πάντα τα εαυτού υπάρχοντα, δεν δύναται να είναι μαθητής μου’, μας αφήνει να εννοήσουμε ότι κάποιοι πιστοί, όπως ο Ιούδας, που θέλουν να διατηρήσουν ένα μέτρο αγάπης στον Κύριο, συγκρίσιμο με το μέτρο της αγάπης τους στα ‘εαυτών τους υπάρχοντα’, δεν θα μπορέσουν να ολοκληρώσουν την πνευματική τους οικοδομή. Αυτή πιστεύουμε ότι είναι η έννοια του ‘απαρνούμαι πάντα τα εαυτού υπάρχοντα’. Στα πλαίσια αυτού του πνευματικού προϋπολογισμού δαπάνης, ο Κύριος μας γνωστοποίησε  και τα εξής: «Διότι ήλθον να διαχωρίσω άνθρωπον κατά του πατρός αυτού, και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής, και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής. Και εχθροί του ανθρώπου θέλουσιν είσθαι οι οικιακοί αυτού. Όστις αγαπά πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού∙ και όστις αγαπά υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού. Και όστις δεν λαμβάνει τον σταυρόν αυτού, και ακολουθεί οπίσω μου, δεν είναι άξιος εμού. Όστις εύρη την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν∙ και όστις απολέση την ζωήν αυτού δι’ εμέ, θέλει ευρεί αυτήν» (Ματθαίος,ι΄:35-39).

«Εάν τις έρχηται προς με, και δεν μισή τον πατέρα αυτού, και την μητέρα, και την γυναίκα, και τα τέκνα, και τους αδελφούς, και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ζωήν, δεν δύναται να είναι μαθητής μου. Και όστις δεν βαστάζει τον σταυρόν αυτού, και έρχεται οπίσω μου, δεν δύναται να είναι μαθητής μου» (Λουκάς,ιδ΄:25-27).

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς γιατί ο Ιησούς Χριστός λέει ότι ήλθε να φέρει διαχωρισμό και να μισούμε τα κοντινά μας συγγενικά πρόσωπα ενώ ο ίδιος μας διδάσκει να αγαπάμε ακόμα και τους εχθρούς μας. Απαντώντας σ’ αυτό το ερώτημα, αρχικά αναφέρουμε ότι καθώς διαβάζουμε ή ακούμε το λόγο του Θεού, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν δυσνόητα εδάφια τα οποία δεν καταλαβαίνουμε άμεσα και υπάρχει κίνδυνος, αν τα δούμε ξέχωρα από την υπόλοιπη Αγία Γραφή, να πέσουμε σε πλάνη. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο λόγος του Κυρίου ακούγεται σκληρός όπως π.χ. όταν ο Κύριος είπε στους μαθητές: ‘Όστις τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα. Διότι η σαρξ μου αληθώς είναι τροφή, και το αίμα μου αληθώς είναι πόσις’, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ‘Πολλοί λοιπόν εκ των μαθητών αυτού ακούσαντες είπον, Σκληρός είναι ούτος ο λόγος∙ τις δύναται να ακούη αυτόν; … Έκτοτε πολλοί των μαθητών αυτού εστράφησαν εις τα οπίσω, και δεν περιεπάτουν πλέον μετ’ αυτού' (Ιωάννης, ς΄: 54,55,60,66).  Αν είμαστε ειλικρινείς και έχουμε εκτιμήσει σωστά το έργο του Κυρίου στη ζωή μας, δεν θα Τον εγκαταλείψουμε, αλλά θα Τον ρωτήσουμε δια της προσευχής και θα περιμένουμε απάντηση δια του Πνεύματος του Αγίου. Έτσι μπορούμε με παρρησία να πούμε ότι ο χριστιανός μίσος, με την έννοια της έχθρας και της εκδίκησης, δεν πρέπει να έχει για κανένα άνθρωπο.  Αυτό που πρέπει να μισεί είναι η αμαρτία, σύμφωνα με το γεγραμμένο: ‘Σεις όμως, αγαπητοί, εποικοδομούντες εαυτούς επί την αγιωτάτην πίστιν σας, προσευχόμενοι εν Πνεύματι Αγίω,   φυλάξατε εαυτούς εις την αγάπην του Θεού, προσμένοντες το έλεος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εις ζωήν αιώνιον.  Και άλλους μεν ελεείτε, κάμνοντες διάκρισιν, άλλους δε σώζετε μετά φόβου, αρπάζοντες αυτούς εκ του πυρός, μισούντες και τον χιτώνα τον μεμολυσμένον από της σαρκός’ (Ιούδα, α΄: 20-23).

Ο ίδιος ο Κύριος διευκρινίζει λέγοντας:'Όστις αγαπά πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού∙ και όστις αγαπά υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού'. Άρα αυτό που θέλει ο Κύριος, πρώτα απ’ όλους και απ’ όλα να έχουμε Αυτόν στη πρώτη θέση της καρδιάς μας. Βέβαια πριν γνωρίσουμε τον Ιησού Χριστό σαν προσωπικό μας Σωτήρα, με την αμαρτωλή ζωή που κάναμε ήμασταν μακριά από τον Θεό, ενώ τώρα που Τον γνωρίσαμε, είναι εφικτό, με τη βοήθεια του Πνεύματος του Αγίου, να εκτελέσουμε τις δυο πρώτες εντολές του Θεού στη ζωή μας: ‘Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου.  Αύτη είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτής Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εν ταύταις ταις δύο εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται’. (Ματθαίος, κβ΄:37-40). Δεν μισεί ο Κύριος τους συγγενείς μας, αντιθέτως τους αγαπά, αλλά αν αυτοί δεν έχουν γνωρίσει τον Κύριο σαν προσωπικό τους Σωτήρα και ζητάνε από μας να κάνουμε πράγματα αντίθετα με το θέλημα του Θεού, δεν πρέπει να υπακούμε.

Συνοψίζοντας αναφέρουμε, πως το να ακολουθήσει κάποιος τον Ιησού Χριστό και να διατηρήσει την πίστη σ’ Αυτόν, καθαρή μέχρι τέλους, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτείται εκ μέρους του πιστού, απάρνηση εαυτού και υπαρχόντων και καθημερινό βάδισμα στα ίχνη του Κυρίου. Αυτό σημαίνει βάδισμα με πυξίδα το Ευαγγέλιο του Χριστού και με την οδηγία του Αγίου Πνεύματος. Να έχουμε επί πλέον υπόψη πως ‘θεμέλιον άλλο ουδείς δύναται να θέση παρά το τεθέν, το οποίον είναι ο Ιησούς Χριστός.  Εάν δε τις εποικοδομή επί το θεμέλιον τούτο χρυσόν, άργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην εκάστου το έργον θέλει φανερωθή διότι η ημέρα θέλει φανερώσει αυτό, επειδή διά πυρός ανακαλύπτεται  και το πυρ θέλει δοκιμάσει το έργον εκάστου οποίον είναι’, έτσι ώστε να κάνουμε σωστό προϋπολογισμό δαπάνης της πνευματικής μας οικοδομής (Α΄ Κορινθίους, γ΄:11-13). Αμήν!

 

 

«Πλησίον σου είναι ο λόγος, εν τω στόματί σου, και εν τη καρδία σου∙ τουτέστιν ο λόγος της πίστεως τον οποίον κηρύττομεν∙ ότι εάν ομολογήσης δια του στόματός σου τον Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών, θέλης σωθή∙» (Ρωμαίους, ι΄: 8-10)

Στις μέρες μας, το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού κηρύττεται   σχεδόν σε όλα τα έθνη. Άλλωστε αυτό το  προείπε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς: «Και θέλη κηρυχθή τούτο το ευαγγέλιον της σωτηρίας εν όλη τη οικουμένη προς μαρτυρίαν εις πάντα τα έθνη, και τότε θέλει ελθεί το τέλος» (Ματθαίος, κδ΄:14). Είναι συνεπώς φανερή η εκπλήρωση αυτής της προφητείας σήμερα, αφού η διάδοση και η μετάδοση του ευαγγελίου της σωτηρίας γίνεται με ταχύτατους ρυθμούς είτε με τον άμεσο προσωπικό ευαγγελισμό των ανθρώπων  που συνοδεύεται κατά κανόνα με διανομή της Καινής Διαθήκης, είτε με τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο στις περισσότερες χώρες του πλανήτη.

Στο βιβλίο της Γένεσης διαβάζουμε ότι ο Κύριος ο Θεός έκλεξε τον Αβραάμ από την Ουρ των Χαλδαίων και του υποσχέθηκε πως θα τον οδηγήσει στη γη της επαγγελίας, ότι θα τον κάνει μεγάλο έθνος και ότι απ’ αυτόν θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της Γης (Γένεση, ιβ΄:1-8, ιγ΄:14-17, ιε΄: 1-6, ιζ΄:1-8). Ο Αβραάμ  πίστεψε στην επαγγελία (υπόσχεση)  που του έδωσε ο Κύριος, ο δε Κύριος ο Θεός εκτίμησε πολύ αυτή την πίστη του Αβραάμ και παρ’ όλο που τον δοκίμασε σκληρά, εκπλήρωσε σ’ αυτόν το αρχικό σκέλος της επαγγελίας, δίνοντας του στα εκατό του χρόνια, παιδί από την ενενηντάχρονη γυναίκα του Σάρα, γεγονός ανθρωπίνως αδύνατο να συμβεί.

Στη συνέχεια βλέπουμε, ο Θεός να  εκπληρώνει  το σκέλος της  υπόσχεσης που έδωσε στον Αβραάμ, που αφορούσε την κληρονομία της Γης της επαγγελίας στο σπέρμα του, δηλαδή τον λαό Ισραήλ,  που  ο ίδιος ο Θεός απελευθέρωσε με δυναμικές ενέργειες από τη δουλεία του Φαραώ. Βέβαια, όπως έγινε και στον Αβραάμ, η εκπλήρωση κάθε επαγγελίας του Θεού σε κάθε άνθρωπο, προϋποθέτει την πίστη του ανθρώπου σ’ αυτή.  Ο  Κύριος ναι μεν τους υποσχέθηκε ότι θα τους πήγαινε στη γη της επαγγελίας, όμως πάρα πολλοί άνθρωποι από τον λαό που βγήκε από την Αίγυπτο δεν πίστεψαν στην υπόσχεση του Κυρίου με αποτέλεσμα να πεθάνουν στην έρημο,  χωρίς να φτάσουν ποτέ στη γη της επαγγελίας, καθώς είναι γραμμένο, «δεν ωφέλησεν εκείνους ο λόγος τον οποίον ήκουσαν, επειδή δεν ήτο εις τους ακούσαντας ηνωμένος με την πίστιν» (Εβραίους,δ΄:2).

Σήμερα εκπληρώνεται το σκέλος της επαγγελίας που έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ , όπου αναφέρεται: «και θέλουσιν ευλογηθή εν σοι πάσαι αι φυλαί της γης», δηλαδή αφορά την ευλογία όλων των ανθρώπων της Γης. Αυτή η ευλογία λαμβάνει χώρα εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια περίπου και είναι αποτέλεσμα του λυτρωτικού έργου του Κυρίου Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, του οποίου η ανθρώπινη φύση είναι καρπός του σπέρματος του Αβραάμ.

Ο ουράνιος Πατέρας τόσο πολύ αγάπησε τον κόσμο ώστε έστειλε τον μονογενή Του Υιό για να μην χαθεί κανένας που θα πιστέψει στον Ιησού Χριστό και θα Τον επικαλεστεί για τον σώσει  (Ιωάννης,γ΄:16). Βέβαια για να πιστέψει κάποιος στον Ιησού Χριστό και στη συνέχεια να Τον επικαλεσθεί, πρέπει πρώτα αυτός να ακούσει για το σωτηριακό έργο που έκανε ο Ιησούς Χριστός, από κάποιον πιστό που ο Θεός θα αποστείλει να του μιλήσει. Διαβάζουμε σχετικά στην Καινή Διαθήκη:  «Πως λοιπόν θέλουσιν επικαλεσθή εκείνον, εις τον οποίον δεν επίστευσαν; και πως θέλουσι πιστεύσει εις εκείνον, περί του οποίου δεν ήκουσαν; και πως θέλουσιν ακούσει χωρίς να υπάρχη ο κηρύττων;  Και πως θέλουσι κηρύξει, εάν δεν αποσταλώσι; Καθώς είναι γεγραμμένον Πόσον ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά Αλλά δεν υπήκουσαν πάντες εις το ευαγγέλιον. Διότι ο Ησαΐας λέγει Κύριε, τις επίστευσεν εις το κήρυγμα ημών;  Άρα η πίστις είναι εξ ακοής, η δε ακοή διά του λόγου του Θεού.»(Ρωμαίους, ι: 14-17).

Γι’ αυτό ο Κύριος Ιησούς, λίγο πριν αναληφθεί, παρήγγειλε στους αποστόλους Του λέγοντας: " ‘Εδόθη εις εμέ πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης. Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς να φυλάττωσι πάντα όσα παρήγγειλα εις εσάς και ιδού, εγώ είμαι μεθ' υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν" (Ματθαίος, κη΄:18-20).

Έτσι όταν ο άνθρωπός ακούσει ή διαβάσει για το λυτρωτικό έργο που έκανε ο Ιησούς Χριστός πάνω στο σταυρό του Γολγοθά και στη συνέχεια κάνει μια ειλικρινή προσευχή, τότε ο Κύριος μπορεί να τον βεβαιώσει για την αγάπη Του σ’ αυτόν, δεχόμενος τη μετάνοιά του και συγχωρώντας τις αμαρτίες του. Στη συνέχεια ο κάθε ειλικρινής πιστός που εκτιμάει το έργο του Κυρίου στη ζωή του πρέπει με πραότητα και φόβο να ομολογεί τον Ιησού Χριστό με λόγια και έργα στους συνανθρώπους του. Γι’ αυτό και πριν από το βάπτισμα, το οποίο ‘σώζει και ημάς την σήμερον’ (Μάρκος, ιε΄: 16 και Α΄ Πέτρου, γ΄: 21), προηγείται η ομολογία πίστης στον Ιησού Χριστό του ίδιου του βαπτιζόμενου.  Γενικά σε όλη  την πορεία της ζωής κάθε χριστιανού ο Κύριος μπορεί να φανερώνει το συνεχές ενδιαφέρον Του, κάνοντας αισθητή την παρουσία Του, με το να δίνει σ’ αυτόν τον καρπό του Αγίου Πνεύματος, ενεργώντας θαύματα στη ζωή του και δίνοντας δύναμη να υπομένει τις δοκιμασίες  αλλά και λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Ο Πατέρας Θεός, θέλει κάθε πιστό παιδί του να το μάθει να Τον εμπιστεύεται και να κάνει το άγιο θέλημά Του. Το θέλημα του Θεού βρίσκεται στη Καινή Διαθήκη. Ο Κύριος Ιησούς επειδή μας αγαπάει μας εφιστά την προσοχή στο ότι για να μπούμε στη Βασιλεία των Ουρανών και για να είμαστε αιώνια κοντά Του, πρέπει  αφού Τον γνωρίσουμε σαν προσωπικό μας Σωτήρα, να κάνουμε το θέλημά Του: «Δεν θέλει εισέλθει εις την βασιλείαν των ουρανών πας ο λέγων προς εμέ, Κύριε, Κύριε∙ αλλ’ ο πράττων το θέλημα του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς» (Ματθαίος, ζ΄: 21).

Ο λόγος του Θεού είναι θαυμαστός γιατί αλλάζει τον χαρακτήρα του πιστού ανθρώπου έτσι ώστε μοιάζει στο χαρακτήρα του Χριστού. Η αρχική και κεντρική διδασκαλία του λόγου του Θεού είναι η πίστη στον Ιησού Χριστό, ότι είναι ο αναστημένος Υιός του Θεού και μοναδικός Σωτήρας του κόσμου. Αυτή η πίστη κάνει τον Πατέρα Θεό να αναγεννήσει πνευματικά τον πιστό άνθρωπο:

«Πας όστις πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, εκ του Θεού εγεννήθη, και πας όστις αγαπά τον γεννήσαντα αγαπά και τον γεννηθέντα εξ αυτού.» (Α΄ Ιωάννου, ε΄:1).

«επειδή ανεγεννήθητε ουχί εκ φθαρτού σπέρματος, αλλά αφθάρτου, δια του λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα»(Πέτρου Α΄, α΄:23).

Βέβαια αφού ο άνθρωπος αναγεννηθεί πρέπει να προσέξει πολύ ώστε ο Χριστός να μη αποβληθεί από μέσα του αλλά να μορφωθεί σε άνδρα τέλειο. Γι’ αυτό ο λόγος του Θεού παρομοιάζεται σαν το λογικό και άδολο γάλα που είναι απαραίτητο για την πνευματική αύξηση του νέου πιστού:                     "Απορρίψαντες λοιπόν πάσαν κακίαν και πάντα δόλον και υποκρίσεις και φθόνους και πάσας καταλαλιάς,  επιποθήσατε ως νεογέννητα βρέφη το λογικόν άδολον γάλα, διά να αυξηθήτε δι' αυτού,  επειδή εγεύθητε ότι αγαθός ο Κύριος"(Α΄Πέτρου, β΄:1-3).

Ο λόγος του Θεού είναι η αλήθεια: «Αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου∙ ο λόγος ο ιδικός σου είναι αλήθεια»(Ιωάννης,ιζ΄:17).

Ο λόγος του Θεού είναι ένα πολύτιμο όπλο του Αγίου Πνεύματος: «και λάβετε την περικεφαλαίαν της σωτηρίας, και την μάχαιραν του Πνεύματος, ήτις είναι ο λόγος του Θεού» (Εφεσίους,ς΄:17).  Ο Κύριος Ιησούς χρησιμοποίησε τον γεγραμμένο  λόγο του Θεού για να αντιμετωπίσει τον διάβολο, όταν τον πείραζε στην έρημο για 40 μέρες. Έτσι  έδωσε  παράδειγμα σε εμάς για το πώς να αντιμετωπίσουμε τα διανοήματα του πονηρού, τα επικίνδυνα βέλη του που έρχονται στο νου μας και πώς να χρησιμοποιούμε σωστά την ασπίδα της πίστης (Εφεσίους,ς΄:16).  Εδώ πρέπει να αναφέρουμε  ότι ο πονηρός και τα όργανά του, αγωνίζονται συνεχώς να διαστρεβλώσουν το λόγο του Θεού, γι’ αυτό δικαιολογημένα ο πονηρός ονομάζεται ‘διάβολος’ και χαρακτηρίζεται σαν  ‘ο πλανών την οικουμένη όλη’.  Αυτό προσπάθησε να κάνει και στον Κύριο όταν του είπε να πέσει από το πτερύγιο του ναού, λέγοντας Του : ‘Εάν ήσαι Υιός του Θεού, ρίψον σεαυτόν κάτω διότι είναι γεγραμμένον, Ότι θέλει προστάξει εις τους αγγέλους αυτού περί σου, και θέλουσι σε σηκώνει επί των χειρών αυτών, διά να μη προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου’, ο Κύριος όμως σωστά του απάντησε: ‘Πάλιν είναι γεγραμμένον, δεν θέλεις πειράσει Κύριον τον Θεόν σου’.

Τα ζητούμενο συνεπώς για κάθε πιστό, είναι η ορθοτόμηση και η ορθοπόδηση του λόγου του Κυρίου. Γι’ αυτό ο Κύριος προσθέτει στην εκκλησία Του τους σωσμένους, η οποία είναι ‘ο στύλος και το εδραίωμα της αλήθειας’, την οποία στελεχώνει θέτοντας  ‘άλλους μεν αποστόλους, άλλους δε προφήτας, άλλους δε ευαγγελιστάς, άλλους δε ποιμένας και διδασκάλους,  προς την τελειοποίησιν των αγίων, διά το έργον της διακονίας, διά την οικοδομήν του σώματος του Χριστού, εωσού καταντήσωμεν πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού’(Εφεσίους, δ΄: 11-13)

Έτσι  ο άνθρωπος  που έχει πιστέψει στον Ιησού Χριστό, έχει σαν πυξίδα τον γραμμένο  λόγο του Θεού έτσι όπως  αυτός αποκαλύπτεται στην Καινή Διαθήκη. Όταν ο λόγος του Θεού ενώνεται με την πίστη του ανθρώπου τότε λογίζεται γι’ αυτόν σε δικαιοσύνη και αυτή είναι η πίστη που σώζει και στη συνέχεια κατευθύνει τον πιστό να γίνει ζηλωτής καλών έργων. Ευθύνη κάθε πιστού  είναι να κατοικεί πλούσια μέσα του ο λόγος του Θεού  ώστε να μπορεί το Άγιο Πνεύμα να τον οδηγεί ‘εις πάσαν την αλήθειαν’.

Να έχουμε πάντα υπόψη:

"Πας ο πιστεύων επ’ αυτόν, δεν θέλει καταισχυνθή" (Ρωμαίους,ι΄:6,8-11) και ότι ‘Χωρίς δε πίστεως αδύνατον είναι να ευαρεστήση τις εις αυτόν∙ διότι ο προσερχόμενος εις τον Θεόν, πρέπει να πιστεύση, ότι είναι, και γίνεται μισθαποδότης εις τους εκζητούντας αυτόν’ (Εβραίους, ια΄:6). Οπότε η πίστη στον Χριστό είναι ουσιαστική παρηγοριά στην ψυχή  κάθε πιστού, μιας και όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν δεν θα ντροπιαστεί. Ας τολμήσουμε λοιπόν, αν δεν έχουμε κάνει, να κάνουμε ένα βήμα πίστης στον Χριστό και στο Ευαγγέλιό Του  και τότε θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε προσωπικά, αν ο Θεός απαντάει στα αιτήματά μας και αν είναι πράγματι  δίκαιος μισθαποδότης σ’ αυτούς που τον εκζητούν. Αμήν!

 

 

«Προσέχετε λοιπόν πως να περιπατήτε ακριβώς, μη ως άσοφοι, αλλ' ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, διότι αι ημέραι είναι πονηραί.» (Εφεσίους, ε΄:15,16).

Ο καινούργιος χρόνος έφθασε και οι άνθρωποι  γιορτάζουν  την άφιξή του στις περισσότερες χώρες της Γης. Άλλοι περιμένουν την έλευση του καινούριου χρόνου στα σπίτια τους ανταλλάσοντας ευχές και δώρα, άλλοι χορεύοντας στα νυχτερινά κέντρα, άλλοι παίζοντας τυχερά παιχνίδια στα καζίνο. Βέβαια υπάρχουν και αρκετοί συνάνθρωποί μας που δεν γιορτάζουν, μιας και η έλευση του καινούριου χρόνου τους βρίσκει αντιμέτωπους με μεγάλα προβλήματα είτε οικογενειακά, είτε οικονομικά είτε υγείας, χωρίς ανθρωπίνως να υπάρχει κάποια ελπίδα επίλυσης. Τέλος υπάρχουν και κάποιοι, που περιμένουν την έλευση του καινούριου χρόνου στις εκκλησίες ομολογώντας τις ενέργειες του Κυρίου Ιησού Χριστού στη ζωή τους τη χρονιά που πέρασε και προσευχόμενοι ώστε στη νέα χρονιά να έχουν περισσότερη καρποφορία σε έργα καλά ενώπιον Θεού και ανθρώπων.

Γενικά το να εύχεται ο άνθρωπος στους συνανθρώπους του με την έλευση της νέας χρονιάς, λέγοντας ‘καλή χρονιά’ είναι μια καλή ενέργεια που δείχνει, τουλάχιστον με τα λόγια, την επιθυμία του ανθρώπου για ευημερία των συνανθρώπων του. Το θέμα όμως είναι, πώς η ευχή αυτή θα πιάσει τόπο, δηλαδή πώς θα πάνε καλά τα πράγματα στη ζωή κάθε ανθρώπου σε ολόκληρο  το νέο έτος.

Απαντώντας σ’ αυτό το θέμα αναφέρουμε τα εξής: Ο Θεός μας έχει δώσει πλήρη ελευθερία να κάνουμε ότι εμείς νομίζουμε σωστό στη ζωή μας, αλλά από την άλλη πλευρά θέλει επίσης να Τον γνωρίσουμε πρώτα σαν σπλαχνικό Πατέρα με άμεση συνέπεια στη συνέχεια να Τον έχουμε οδηγό και βοηθό στην καθημερινότητά μας. Οι περισσότερες ευχές είναι μεν καλές σαν επιθυμίες αλλά από μόνες τους δεν μπορούν να εκπληρωθούν. Όταν όμως αυτές οι ευχές γίνονται αιτήματα στο Πατέρα Θεό, τότε ο άνθρωπος περιμένει απάντηση από τον ίδιο τον Θεό.

Ο Θεός επιθυμεί ο άνθρωπος να Τον πλησιάσει και να έχει  μαζί Του επικοινωνία, μιας και αυτός είναι το μοναδικό δημιούργημα του Τριαδικού Θεού το οποίο είναι πλασμένο ‘κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Αυτού και γι’ αυτό στο παράδεισο της Εδέμ, κατέβαινε κάθε δειλινό και είχε κοινωνία με τους πρωτόπλαστους. Εύκολα θα αναρωτηθεί κανείς και θα πει: ‘θα κατεβεί ο Θεός να επικοινωνήσει με μας; Πως είναι αυτό δυνατόν; Δυστυχώς στο κόσμο που ζούμε, σε πολλούς ανθρώπους υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος για γνώση του θελήματος του Θεού.

Όσοι ονομάζονται χριστιανοί, πιστεύουν ότι το θέλημα του Θεού φανερώνεται μέσα στην Αγία Γραφή,  η οποία αποτελεί το βιβλίο με οδηγίες για την ευημερία του ανθρώπου. Όπως όλοι συμφωνούν ότι για τη σωστή λειτουργία κάθε συσκευής πρέπει να συμβουλευόμαστε το βιβλίο του κατασκευαστή της, έτσι πολύ περισσότερο θα πρέπει να συμβουλευόμαστε το  βιβλίο του κατασκευαστή μας, την Αγία Γραφή, έτσι ώστε να ‘λειτουργήσουμε’ σωστά στη ζωή μας, ζώντας σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Το κεντρικό πρόσωπο της Αγίας Γραφής είναι  ο Κύριος Ιησούς Χριστός και ειδικότερα στη Καινή Διαθήκη διαβάζουμε για το βίο Του, τη διδασκαλία Του, τα θαύματα που έκανε, για την εξιλαστήρια για μας θυσία Του και την ένδοξή Του ανάσταση. Θα μπορούσε κανείς αναρωτηθεί λέγοντας: ‘τα θαύματα γινότανε μόνο τότε, ο Θεός σήμερα δεν κάνει θαύματα;’ Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι ότι ο Θεός δεν έχει σταματήσει να κάνει θαύματα. Ακόμα και σε ανθρώπους που δεν τον έχουν επικαλεστεί, τους έχει επισκεφτεί στη ζωή τους και έχει ενεργήσει ‘διότι αυτός ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους’ (Ματθαίος, ε΄:45). Αυτοί όμως που διακρίνουν και εκτιμουν τις ενέργειες του Θεού στη ζωή τους, είναι οι συνειδητοί χριστιανοί που προσεύχονται ο Θεός να απαντήσει στα αιτήματά τους, σύμφωνα όμως με το θέλημά Του. Δηλαδή ακόμα και αν ο Πατέρας Θεός δεν απαντάει άμεσα, αυτό συμβαίνει είτε γιατί δοκιμάζει την πίστη μας, είτε γιατί δεν είναι ακόμα  ο κατάλληλος καιρός να απαντήσει, είτε γιατί κάποια αιτήματα δεν πρέπει να απαντηθούν για τους λόγους που μόνο Αυτός γνωρίζει. Έτσι,  με το να απαντάει άμεσα ο Θεός στα αιτήματά μας, ή  να απαντάει μετά από καιρό, ή ακόμα να απαντάει αρνητικά, μαθαίνει στο χριστιανό να Τον εμπιστεύεται στη ζωή του κάθε μέρα.

Σήμερα υπάρχουν πολλά προβλήματα στο κόσμο, αρρώστιες, ανεργία, έλλειψη στέγης, προβλήματα επικοινωνίας στις οικογένειες, αυτοκτονίες και γενικά επικρατεί μια πολύ δύσκολη κατάσταση στις περισσότερες οικογένειες. Βέβαια υπάρχουν και πλούσιοι άνθρωποι, οι οποίοι αν έχουν το θάρρος τους στα χρήματα, δύσκολα στρέφουν το βλέμμα τους προς τον Θεό διότι την λύση των προβλημάτων τους, την στηρίζουν στα χρήματά τους οπότε κατά κανόνα δεν αισθάνονται την ανάγκη να γνωρίσουν τον Θεό σαν βοηθό και Σωτήρα.

Όσο αφορά τα σχετικά σημαντικά ερωτήματα: ‘Πώς ο κάθε άνθρωπος θα γνωρίσει  τον Πατέρα Θεό και τον Υιό Του Ιησού Χριστό, σαν προσωπικό του σωτήρα; και ‘πώς θα αποβάλλει ο Θεός τα δύσκολα προβλήματα από τις οικογένειές μας και ατομικά από τον καθένα μας;’, αναφέρουμε τα εξής:

Η αρχή είναι η πίστη στο πρόσωπο και το έργο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αυτό το βήμα το έκανε ο δεσμοφύλακας της φυλακής των Φιλίππων  όταν ρώτησε τον Παύλο και Σίλα: «… Κύριοι, τι πρέπει να κάμω δια να σωθώ; Οι δε είπον, Πίστευσον εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και θέλεις σωθή, συ και ο οίκος σου. Και ελάλησαν προς αυτόν τον λόγον του Κυρίου, και προς πάντας τους εν τη οικία αυτού. Και παραλαβών αυτούς εν εκείνη τη ώρα της νυκτός, έλουσε τας πληγάς αυτών∙ και εβαπτίσθη ευθύς αυτός και πάντες οι αυτού∙ και αναβιβάσας αυτούς εις τον οίκον αυτού, παρέθηκε τράπεζαν, και ευθράνθη πανοικί, πιστεύσας εις τον Θεόν» (Πράξεις, ις΄:30-34). Ο συγκεκριμένος δεσμοφύλακας δεν ήξερε τον Παύλο και τον Σίλα από πριν, αλλά όταν τους άκουσε να υμνούν το Θεό, παρ’ όλους τους ραβδισμούς που είχαν υποστεί και μετά την ενέργεια του Θεού που έγινε μέσω του σεισμού στη φυλακή, διέκρινε ότι οι απόστολοι ήταν άνθρωποι του Θεού γι’ αυτό και τους έκανε αυτή την απλή και βασική ερώτηση.  Έτσι πήρε από τους αποστόλους την απλή απάντηση, άκουσε για τον Χριστό και πίστεψε και βαπτίστηκε αυτός όπως και όλη η οικογένειά του.

Στη συνέχεια ο κάθε πιστός που έχει γνωρίσει τον Χριστό σαν προσωπικό του Σωτήρα, πρέπει να έχει επικοινωνία μαζί Του καθημερινά. Αυτό γίνεται  με την μελέτη της Αγίας Γραφής και με την προσευχή. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός θέλει να έχει επικοινωνία με τον άνθρωπο που έρχεται σ’ Αυτόν, γιατί ο ίδιος είπε: «…και τον ερχόμενον προς εμέ δεν θέλω εκβάλει έξω»(Ιωάννης,ς΄:37). Άρα, εφόσον ο Χριστός δεν απορρίπτει αλλά δέχεται όποιον έρχεται σ’ Αυτόν, τότε και Αυτός επισκέπτεται αυτόν τον οποίον Τον επικαλείται  και θέλει να κάνει το θέλημα του Θεού: «…Εάν τις με αγαπά, τον λόγον μου θέλει φυλάξει, και ο Πατήρ μου θέλει αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν θέλομεν ελθεί, και εν αυτώ θέλομεν κατοικήσει» (Ιωάννης,ιδ΄:23). Έτσι, με το να προσεύχεται ο άνθρωπος, με το να μελετάει το λόγο του Θεού και με το να εκτελεί το θέλημα του Θεού, γίνεται φανερό ότι έχει γνωρίσει τον Θεό και επί πλέον με το να τον επισκέπτεται και να κατοικεί μέσα του ο Τριαδικός Θεός, γίνεται κατανοητό γιατί ο πιστός άνθρωπος ονομάζεται ‘οίκος Θεού’.

Τώρα, στο τελευταίο ερώτημα που θέσαμε, ‘πώς μπορεί ο Θεός να αποβάλλει τα δύσκολα προβλήματά μας στη ζωή μας;’, την απάντηση την βρίσκουμε σε πολλά σημεία της Αγίας Γραφής και θα αναφερθούμε σε ένα από  αυτά που αγγίζει την καθημερινότητά μας.  Διαβάζουμε σχετικά: «Μη μεριμνήσητε λοιπόν, λέγοντες, Τι να φάγωμεν, ή τι να πίωμεν, ή τι να ενδυθώμεν; Διότι πάντα ταύτα ζητούσιν οι εθνικοί∙ επειδή εξεύρει ο Πατήρ σας ο ουράνιος ότι έχετε χρείαν πάντων τούτων. Αλλά ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού, και την δικαιοσύνην αυτού∙ και ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή» (Ματθαίος,ς΄:31-33).

Ο Θεός γνωρίζει και βλέπει ότι περνάμε δύσκολες στιγμές, ειδικά τώρα στην οικονομική κρίση που έχει αγγίξει τους περισσότερους από εμάς. Να θυμόμαστε ότι έχουμε ένα Θεό δυνατό που θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες μας και να μη ξεχνάμε τη  νουθεσία του αποστόλου Παύλου, δια Πνεύματος Αγίου: «Ώστε ο νομίζων ότι ίσταται ας βλέπη μη πέση. Πειρασμός δεν σας κατέλαβεν ειμή ανθρώπινος πιστός όμως είναι ο Θεός, όστις δεν θέλει σας αφήσει να πειρασθήτε υπέρ την δύναμίν σας, αλλά μετά του πειρασμού θέλει κάμει και την έκβασιν, ώστε να δύνασθε να υποφέρητε.» (Α΄ Κορινθίους, ι΄:12,13). Αμήν!

 
Περισσότερα Άρθρα...

Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν. (Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον α' 12)