«και ψάλλουσι νέαν ωδήν, λέγοντες, Άξιος είσαι να λάβης το βιβλίον, και να ανοίξης τας σφραγίδας αυτού∙ διότι εσφάγης, και ηγόρασας ημάς εις τον Θεόν δια του αίματός σου, εκ πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους» (Αποκάλυψις, ε΄:9)


Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, όπως γνωρίζουμε, ήρθε στον κόσμο για να σώσει τον κόσμο και για να έχουν αιώνια ζωή όσοι θα γνωρίσουν Αυτόν και τον Πατέρα Θεό: «Αύτη δε είναι η αιώνιος ζωή, το να γνωρίζωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν, και τον οποίον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιωάννης, ιζ΄:3). Επίσης γνωρίζουμε ότι το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου ολοκληρώθηκε με τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Κυρίου Ιησού. Σύμφωνα με τη προφητεία: «και έχθραν θέλω στήσει αναμέσον σου και της γυναικός, και αναμέσον του σπέρματός σου και του σπέρματος αυτής∙ αυτό θέλει σου συντρίψει την κεφαλήν, και συ θέλεις κεντήσει την πτέρναν αυτού» (Γένεσις,γ΄:15), μπορούμε να πούμε ότι με τη σταύρωση ο διάβολος κέντησε τη πτέρνα του Κύριου,  αλλά ο Κύριος με την Ανάσταση Του, του σύντριψε την κεφαλή.
Ο Κύριος Ιησούς πάνω στο σταυρό πήρε τις ασθένειές μας και τις αμαρτίες μας:
«Αυτός τωόντι τας ασθενείας ημών εβάστασε, και τας θλίψεις ημών επεφορτίσθη∙ ημείς δε ενομίσαμεν αυτόν τετραυματισμένον, πεπληγωμένον υπό Θεού, και τεταλαιπωρημένον. Αλλ’ αυτός ετραυματίσθη δια τας παραβάσεις ημών, εταλαιπωρήθη δια τας ανομίας ημών∙ η τιμωρία, ήτις έφερε την ειρήνην ημών, ήτο επ’ αυτόν∙ και δια των πληγών αυτού ημείς ιάθημεν… και ο Κύριος έθεσεν επ’ αυτόν την ανομίαν πάντων ημών» (Ησαΐας, νγ΄: 4-6). Επί πλέον ο λόγος του Θεού μας λέει τι περιμένει ο Κύριος από όσους αναγνωρίσουν τη θυσία Του και τον δεχθούν σαν προσωπικό τους σωτήρα: «…ο Χριστός έπαθεν υπέρ υμών, αφίνων παράδειγμα εις υμάς, δια να ακολουθήσητε τα ίχνη αυτού∙ όστις αμαρτίας δεν έκαμεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματί αυτού. Όστις λοιδορούμενος δεν αντελοιδόρει, πάσχων δεν ηπείλει, αλλά παρέδιδεν εαυτόν εις τον κρίνοντα δικαίως∙ όστις τας αμαρτίας ημών αυτός εβάστασεν εν τω σώματι αυτού επί του ξύλου, δια να ζήσωμεν εν τη δικαιοσύνη αποθανόντες κατά τας αμαρτίας∙ με του οποίου την πληγήν ιατρεύθητε. Διότι υπήρχετε ως πρόβατα πλανώμενα∙ αλλά τώρα επεστράφητε εις τον ποιμένα και επίσκοπον των ψυχών σας» (Α΄ Πέτρου, β΄: 21-25).
Λόγω της παράβασης των πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας, η αμαρτία που είχε σαν μισθό το θάνατο, κυριαρχούσε στη ζωή των ανθρώπων. Ο Πατέρας Θεός προ καταβολής του κόσμου, είχε σχεδιάσει το σχέδιο της σωτηρίας των ανθρώπων. Αυτό ήταν να στείλει τον Υιό του τον μονογενή να σηκώσει τις αμαρτίες όλου του κόσμου ώστε όσοι πιστεύουν σε Αυτόν να σωθούν δι’ Αυτού. Οι αμαρτίες μας, όπως προαναφέρανε, μας οδηγούν στον αιώνιο θάνατο, όταν όμως δεχθούμε τον Ιησού Χριστό στη ζωή μας, και μετανοούμε για τις αμαρτίες μας, το αίμα Του μας καθαρίζει από κάθε αμαρτία (Α΄ Ιωάννου, α΄:7) και έτσι δεν έχει εξουσία ο ο αιώνιος θάνατος πάνω μας, γιατί είμαστε αγορασμένοι  με το αίμα του Χριστού για το Θεό (Αποκ., ε΄: 9).
Βέβαια, το να πιστέψουμε στο Χριστό και να τον γνωρίσουμε σαν προσωπικό σωτήρα στη ζωή μας, είναι η αρχή της πορείας μας μαζί Του. Αλήθεια είναι ότι ο αγώνας είναι διαρκής διότι αυτή η σωτηρία που μας χαρίστηκε δωρεάν δια της πίστεως (Εφεσίους, β΄:8) κινδυνεύει να χαθεί:
«…μετά φόβου και τρόμου εργάζεσθε την εαυτών σωτηρίαν∙ διότι ο Θεός είναι ο ενεργών εν υμίν, και το θέλειν και το ενεργείν, κατά την ευδοκίαν αυτού» (Φιλιππησίους, β΄:12-13). Ο Θεός έχει έτοιμο ένα στεφάνι το οποίο θα μας το δώσει, εάν μείνουμε στο θέλημά Του μέχρι τέλους. Όμως μπορεί να το χάσουμε εάν αμαρτάνουμε εκουσίως και δεν μετανοούμε: «Ιδού, έρχομαι ταχέως∙ κράτει εκείνο το οποίον έχεις, δια να μη λάβη μηδείς τον στέφανόν σου» (Αποκάλυψις,γ΄:11).
Ο Κύριος Ιησούς μας λέει πως αυτός που θα μπει στη βασιλεία των ουρανών είναι αυτός που θα κάνει το θέλημα του Πατέρα Θεού (Ματθαίος,ζ΄:21). Βέβαια το θέλημα του Θεού μπορούμε να το κάνουμε μόνο με τη δύναμη του Θεού, η οποία όμως ενεργείται σ’ αυτούς που βάζουν το θέλημα του Θεού σε πρώτη θέση στη ζωή τους και θέλουν να ενεργούν σύμφωνα με αυτό  (Φιλιππησίους, β΄:13). Αν συμβαίνει αυτό, θα μένουμε ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό και θα φέρουμε τον πνευματικό καρπό που είναι το θέλημα του Θεού στη ζωή μας, σύμφωνα με τα λόγια Του: «Εγώ είμαι η άμπελος, σεις τα κλήματα∙ ο μένων εν εμοί, και εγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν∙ διότι χωρίς εμού δεν δύνασθε να κάμητε ουδέν» (Ιωάννης, ιε΄:5).
Σαν άνθρωποι φταίμε σε πολλά (Ιακώβου, γ΄:2), αλλά όταν αμαρτήσουμε έχουμε παράκλητο προς τον Πατέρα Θεό τον Ιησού Χριστό, που προσεύχεται για μας και το αίμα Του, όταν μετανοούμε, μας καθαρίζει από κάθε αμαρτία (Α΄ Ιωάννου,α΄:7, β΄:1). Παρότι αναστημένος ο Κύριος Ιησούς, το αίμα Του το άγιο δεν έχει χάσει τη δύναμη στο να καθαρίζει πνευματικά τη συνείδηση μας από νεκρά έργα, διότι ναι μεν ο Κύριος θυσιάστηκε μια φορά, αλλά με τη θυσία Του έκαμε αιώνια λύτρωση και το αίμα της θυσίας Του, ‘το υπέρ πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών’, έχει διαχρονική ισχύ και έτσι και σήμερα μπορεί να μας καθαρίζει από όλες τις αμαρτίες μας.
Αυτός που γνώρισε τον Ιησού Χριστό σαν σωτήρα, είναι νέο κτίσμα (Β΄ Κορινθίους, ε΄:17), διότι ο παλιός αμαρτωλός άνθρωπος σταυρώθηκε για να καταργηθεί το σώμα της αμαρτίας ώστε να μην είμαστε πλέον δούλοι της αμαρτίας. Έτσι να φρονούμε ότι δεν ανήκουμε στους εαυτούς μας και ότι είμαστε νεκροί κατά την αμαρτία και ζωντανοί στον Θεό δια του Κυρίου Ιησού Χριστού (Ρωμαίους, ς΄: 6,11). Εφόσον ζούμε για τον Θεό πλέον, ο λόγος μας προτρέπει να ζητάμε τα άνω και να φοράμε τα πνευματικά ενδύματα που ζητάει ο Θεός να έχουμε σαν χριστιανοί στη ζωή μας: «Ενδύθητε λοιπόν, ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι, σπλάγχνα οικτιρμών, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν∙ υποφέροντες αλλήλους, και συγχωρούντες εις αλλήλους, εάν τις έχη παράπονον κατά τινός∙ καθώς και Χριστός συνεχώρησεν εις εσάς, ούτω και σεις. Και εν πάσι τούτοις, ενδύθητε την αγάπην, ήτις είναι σύνδεσμος της τελειότητος» (Κολοσσαείς,γ΄:1,12-14).
Έτσι λοιπόν τώρα γνωρίζουμε ότι ανήκουμε στον Χριστό,
‘διότι κρίνομεν τούτο, ότι εάν εις απέθανεν υπέρ πάντων, άρα οι πάντες απέθανον• και απέθανεν υπέρ πάντων, διά να μη ζώσι πλέον δι' εαυτούς οι ζώντες, αλλά διά τον αποθανόντα και αναστάντα υπέρ αυτών' (Β΄ Κορινθίους, ε΄:14,15).
Βέβαια στην ελεύθερη επιλογή μου είναι το τι θα κάνω, αλλά σαν πιστός πρέπει να γνωρίζω ότι:
«Πάντα είναι εις την εξουσίαν μου, αλλά πάντα δεν συμφέρουσι∙ πάντα είναι εις την εξουσίαν μου, αλλά πάντα δεν οικοδομούσι» (Α΄Κορινθίους,ι΄:23). Ο Κύριος με τη θυσία Του, μας χάρισε δωρεάν σωτηρία για να ζήσουμε αιώνια κοντά Του. Ας εκτιμήσουμε σωστά το αίμα αυτής της θυσίας με το οποίο αγοραστήκαμε και αγιαστήκαμε και να κοιτάμε να εξαγοράσουμε σωστά τον καιρό μας, διότι οι ημέρες είναι πονηρές.    Είμαστε αγορασμένοι με το άγιο αίμα του Χριστού και ο Θεός να μας βοηθήσει να διατηρήσουμε τη πίστη και να υπομείνουμε έως τέλους. Αμήν!

 


«Αλλά ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού, και την δικαιοσύνην αυτού∙ και ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή»(Ματθαίος,ς΄:33)


Ο Κύριος Ιησούς όταν ξεκίνησε το ευαγγελιστικό Του έργο στον κόσμο έλεγε: «Μετανοείτε∙ διότι επλησίασεν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθαίος,δ΄:17). Ο σκοπός της επίγειας ζωής του Κυρίου ήταν να κάνει το θέλημα του Πατέρα Του, δηλαδή να φέρει σε πέρας το μεγάλο έργο της δια πίστεως σωτηρίας όλων των ανθρώπων. Αυτό το έργο δεν ήταν εύκολο γιατί εκτός των άλλων πολλών παθημάτων περιλάμβανε στη τελική του φάση, τη σταυρική θυσία, κατά την οποία εκτός από τον σωματικό πόνο, ο Κύριος  ήπιε το πικρό ποτήρι της εγκατάλειψης του Πατέρα Θεού. Αυτό συνέβη διότι πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, ο αναμάρτητος Κύριος ήταν φορτωμένος τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων. Όμως λόγω του ότι ήταν αναμάρτητος, ο θάνατος δεν είχε εξουσία πάνω Του, γι’ αυτό ο Πατέρας Θεός Τον ανέστησε.

Έτσι κάθε άνθρωπος μπορεί να λάβει σωτηρία όταν μετανοήσει για τις αμαρτίες του και επικαλεστεί τον Κύριο Ιησού Χριστό στη ζωή του. Τότε   ο Κύριος τον καθαρίζει από τις αμαρτίες του με το Άγιο Αίμα Του και ο Πατέρας Θεός τον αναγεννάει πνευματικά ‘άνωθεν’, σύμφωνα με τα γραμμένα: «Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού•  οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν…..Αληθώς, αληθώς σοι λέγω, εάν τις δεν γεννηθή άνωθεν, δεν δύναται να ίδη την βασιλείαν του Θεού.»(Ιωάννης, α΄:12,13 και γ΄:3).
Όταν αναγεννηθεί ο χριστιανός, τότε ξεκινάει ο προσωπικός του αγώνας ώστε ο εσωτερικός πνευματικός του άνθρωπος να ‘μορφωθεί εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού’. (Εφεσίους, δ΄: 13). Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, αυτό που θέλει ο Θεός από τα παιδιά Του είναι να βάλουνε σε πρώτη προτεραιότητα το να εκτελούν το θέλημά Του, έτσι όπως αυτό φανερώνεται μέσα από στον γραμμένο λόγο Του, την Αγία Γραφή. Αυτή η προτεραιότητα εξασφαλίζει την πνευματική αύξηση του πιστού όπως και την επαγγελία του σχετικού εδαφίου: «Αλλά ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού, και την δικαιοσύνην αυτού∙ και ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή» (Ματθαίος,ς΄:33). Αυτό που εννοεί με το «ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή», το εξηγεί στα προηγούμενα εδάφια: «Διά τούτο σας λέγω, Μη μεριμνάτε περί της ζωής σας, τι να φάγητε, και τι να πίητε∙ μηδέ περί του σώματός σας, τι να ενδυθήτε. Δεν είναι η ζωή τιμιώτερον της τροφής, και το σώμα του ενδύματος; Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού, ότι δεν σπείρουσιν, ουδέ θερίζουσιν, ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο Πατήρ σας ο ουράνιος τρέφει αυτά∙ σεις δεν είσθε πολύ ανώτεροι αυτών;» (Ματθαίος,ς΄:25-26).

Συνήθως μας πιάνει άγχος, τι φαγητό θα φάμε αύριο, ή τι ρούχα θα φορέσουμε, αλλά στα παιδιά Του ο Θεός έχει φροντίσει για όλα όπως για το φαγητό, για το νερό και για τα ρούχα, ώστε να μην έχουμε άγχος και να ανησυχούμε. Αυτό μπορούμε να το παρατηρήσουμε στη ζωή μας. Αν αναρωτηθούμε, «έχουμε φαγητό;», «έχουμε νερό;», «έχουμε ρούχα;», εφόσον αυτά τα έχουμε ξέρουμε ότι μας φροντίζει ο Πατέρας Θεός, δόξα στο Όνομά Του. Αλλά ο Κύριος Ιησούς, θέλει να μεριμνήσουμε για κάτι ανώτερο από αυτά και αυτό είναι η βασιλεία του Θεού και η δικαιοσύνη Του.
Ο Πατέρας Θεός το σίγουρο είναι, ότι θέλει να δει όλα τα παιδιά Του να εισέλθουν στη βασιλεία των ουρανών. Η βασιλεία του Θεού είναι κατά κύριο λόγο ο παράδεισος, εκεί που υπάρχει η παρουσία του Θεού. Όμως, ο Κύριος μας πληροφορεί και κάτι επί πλέον, λέγοντας: «Δεν έρχεται η βασιλεία του Θεού ούτως, ώστε να παρατηρήται∙ ουδέ θέλουσιν ειπεί, Ιδού, εδώ είναι, ή, Ιδού εκεί∙ διότι ιδού, η βασιλεία του Θεού είναι εντός ημών»(Λουκάς,ιζ΄:20-21) και «Εάν τις με αγαπά, τον λόγον μου θέλει φυλάξει, και ο Πατήρ μου θέλει αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν θέλομεν ελθεί, και εν αυτώ θέλομεν κατοικήσει»(Ιωάννης,ιδ΄:23). Ακόμη ο απόστολος Παύλος μας ενημερώνει: «Διότι η βασιλεία του Θεού δεν είναι βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω» (Ρωμαίους,ιδ΄:17). Άρα η βασιλεία του Θεού στην επίγεια ζωή μας, είναι η παρουσία του Τριαδικού Θεού μέσα μας και γίνεται αισθητή με τον καρπό αυτής της παρουσίας, που είναι δικαιοσύνη, ειρήνη και χαρά δια του Πνεύματος του Αγίου.
Βέβαια, όπως προαναφέραμε, το ζητούμενο είναι αυτή η παρουσία του Θεού εντός του παιδιού Του, να υπάρχει συνέχεια και επί πλέον να βαίνει αυξανόμενη.  Αυτό ξαναλέμε, ότι επιτυγχάνεται όταν η αγάπη του παιδιού στον Θεό συνεχίζει να υπάρχει και να βαίνει αυξανόμενη, γεγονός που αποδεικνύεται από την εκτέλεση εκ μέρους του παιδιού, των εντολών του Θεού σύμφωνα με το γραμμένο: «Εάν με αγαπάτε, τας εντολάς μου φυλάξατε» (Ιωάννης,ιδ΄:15).
Συνεχίζοντας στο θέμα μας, αναφέρουμε ειδικότερα, κάποιες προτεραιότητες που ο λόγος του Θεού θέτει στη ζωή των χριστιανών:
« Αφού δε ήκουσαν ταύτα, ήλθεν εις κατάνυξιν η καρδία αυτών, και είπον προς τον Πέτρον και τους λοιπούς αποστόλους· Τι πρέπει να κάμωμεν, άνδρες αδελφοί; Και ο Πέτρος είπε προς αυτούς· Μετανοήσατε, και ας βαπτισθή έκαστος υμών εις το όνομα του Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών, και θέλετε λάβει την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Διότι προς εσάς είναι η επαγγελία και προς τα τέκνα σας και προς πάντας τους εις μακράν, όσους αν προσκαλέση Κύριος ο Θεός ημών. Και με άλλους πολλούς λόγους διεμαρτύρετο και προέτρεπε, λέγων, Σώθητε από της διεστραμμένης ταύτης γενεάς.
Εκείνοι λοιπόν μετά χαράς δεχθέντες τον λόγον αυτού εβαπτίσθησαν, και προσετέθησαν εν εκείνη τη ημέρα έως τρεις χιλιάδες ψυχαί.           Και ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων και εν τη κοινωνία και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς.» (Πράξεις, β΄:38-42)
«Παρακαλώ λοιπόν πρώτον πάντων να κάμνητε δεήσεις, προσευχάς, παρακλήσεις, ευχαριστίας υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ βασιλέων και πάντων των όντων εν αξιώμασι, διά να διάγωμεν βίον ατάραχον και ησύχιον εν πάση ευσεβεία και σεμνότητι. Διότι τούτο είναι καλόν και ευπρόσδεκτον ενώπιον του σωτήρος ημών Θεού, όστις θέλει να σωθώσι πάντες οι άνθρωποι και να έλθωσιν εις επίγνωσιν της αληθείας» ( Α΄ Τιμόθεον, β΄:1-4)
«Εάν δε τις χήρα έχη τέκνα ή έκγονα, ας μανθάνωσι πρώτον να καθιστώσιν ευσεβή τον ίδιον αυτών οίκον και να αποδίδωσιν αμοιβάς εις τους προγόνους αυτών. Διότι τούτο είναι καλόν και ευπρόσδεκτον ενώπιον του Θεού….. Αλλ' εάν τις δεν προνοή περί των εαυτού και μάλιστα των οικείων, ηρνήθη την πίστιν και είναι απίστου χειρότερος. ( Α΄ Τιμόθεον, ε΄:4,5,8)
«Πάντων δε το τέλος επλησίασε. Φρονίμως λοιπόν διάγετε και αγρυπνείτε εις τας προσευχάς•  προ πάντων δε έχετε ένθερμον την εις αλλήλους αγάπην, διότι η αγάπη θέλει καλύψει πλήθος αμαρτιών(Α΄ Πέτρου, δ΄:8,9)
«Υπενθύμιζε αυτούς να υποτάσσωνται εις τας αρχάς και εξουσίας, να πειθαρχώσι, να ήναι έτοιμοι εις παν έργον αγαθόν, να μη βλασφημώσι μηδένα, να ήναι άμαχοι, συμβιβαστικοί, να δεικνύωσι προς πάντας ανθρώπους πάσαν πραότητα. Διότι ήμεθά ποτέ και ημείς ανόητοι, απειθείς, πλανώμενοι, δουλεύοντες εις διαφόρους επιθυμίας και ηδονάς, ζώντες εν κακία και φθόνω, μισητοί και μισούντες αλλήλους.
Συνοψίζοντας λέμε ότι το να ζητήσουμε, πρώτα τη βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη Του σημαίνει ότι βάζουμε πρώτα του θέλημα του Θεού στη ζωή μας. Αυτό αν κάνουμε θα έχουμε  τη παρουσία του Τριαδικού Θεού μέσα μας κάθε μέρα. Ακόμη επειδή σαν άνθρωποι θα εξακολουθούμε να φταίμε σε πολλά, το Άγιο Πνεύμα θα μας βοηθά να μετανοούμε και ο Κύριος Ιησούς θα μας καθαρίζει με το άγιο αίμα Του. Μ’ αυτές τις προυποθέσεις, θα μας προστεθούν και όλα τα άλλα που σαν άνθρωποι έχουμε ανάγκη και θα κάνουμε τα έργα της πίστεως που Αυτός θέλει. Αμήν!

 

«Και ιδού, θέλεις συλλάβει εν γαστρί, και θέλεις γεννήσει υιόν∙ και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ιησούν» (Λουκάς, α΄:31)

«Ο λόγος όμως του Κυρίου μένει εις τον αιώνα. Και ούτος είναι ο λόγος ο ευαγγελισθείς εις εσάς.» (Α΄ Πέτρου,β΄:25)
Η Μαρία, η κατά σάρκα μητέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού, ευαγγελίστηκε από τον άγγελο Γαβριήλ όταν την επισκέφτηκε και της είπε πως βρήκε χάρη από τον Θεό και ότι θα συλλάβει και θα γεννήσει υιό τον οποίον θα τον ονομάσει Ιησού. Ακόμη της είπε ότι ο Ιησούς θα ονομαστεί και Υιός Υψίστου και ότι θα του δώσει Κύριος ο Θεός τον θρόνο του Δαβίδ, όπου θα βασιλεύσει στο οίκο του Ιακώβ στους αιώνες και η βασιλεία Του δεν θα έχει τέλος. Επειδή η Μαρία δεν γνώριζε πως θα γίνει αυτό, ο άγγελος Γαβριήλ της είπε πως Πνεύμα Άγιο θα έρθει σε αυτή και δύναμη του Υψίστου θα την επισκιάσει, γι’ αυτό και το γεννημένο παιδί θα είναι άγιο και θα ονομαστεί Υιός του Θεού (Λουκάς,α΄:26-35).
Η γέννηση του Κυρίου Ιησού είχε προφητευτεί στην Παλαιά Διαθήκη και ο λαός του Ισραήλ περίμενε την έλευσή Του. Όμως, το ερώτημα είναι ο Κύριος Ιησούς ήρθε μόνο για τον λαό Ισραήλ ή για όλο τον κόσμο; Η απάντηση είναι ότι ήρθε για όλο τον κόσμο, γιατί ο Κύριος είπε προς τους μαθητές του: «Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς να φυλάττωσι πάντα όσα παρήγγειλα εις εσάς∙ και ιδού, εγώ είμαι μεθ’ ημών πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν» (Ματθαίος,κη΄:19-20). Οπότε το θέλημα  του Θεού ‘να σωθώσι πάντες οι άνθρωποι και να έλθωσιν εις επίγνωσιν της αληθείας.’ (Α΄ Τιμόθεον, β΄:3)
Ο Χριστός δεν είναι μια ιδεολογία, ούτε ένας άνθρωπος προφήτης που υπήρξε στο παρελθόν, αλλά είναι μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, ο αληθινός Τριαδικός Θεός: «Εξεύρομεν δε ότι ο Υιός του Θεού ήλθε, και έδωκε εις ημάς νόησιν, δια να γνωρίζωμεν τον αληθινόν∙ και είμεθα εν τω αληθινώ, εν τω Υιώ αυτού Ιησού Χριστώ∙ ούτος είναι ο αληθινός Θεός, και η ζωή η αιώνιος» (Α΄ Ιωάννου, ε΄:20).
Η θεότητα και το έργο του Ιησού Χριστού φαίνονται και στα εδάφια: «όστις εν μορφή Θεού υπάρχων, δεν ενόμισεν αρπαγήν το να είναι ίσα με τον Θεόν∙  αλλ’ εαυτόν εκένωσε, λαβών δούλου μορφήν, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους∙ και ευρεθείς κατά το σχήμα ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού. Δια τούτο και ο Θεός υπερύψωσεν αυτόν, και εχάρισεν εις αυτόν όνομα το υπέρ παν όνομα∙ δια να κλίνη εις το όνομα του Ιησού παν γόνυ επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων∙ και πάσα γλώσσα να ομολογήση ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος, εις δόξαν Θεού Πατρός» (Φιλιππησίους, β΄: 6-11).
Παρότι έγινε άνθρωπος, την θεότητά Του δεν την έχασε διότι αναφέρεται ‘όστις εν μορφή Θεού υπάρχων’, δηλαδή παρέμεινε Θεός ενώ έγινε άνθρωπος. Σαν άνθρωπος πειράστηκε χωρίς να αμαρτήσει και έμεινε υπάκουος στο θέλημα του Πατέρα Θεού έως τη σταυρική θυσία. Γι’ αυτό  ο Πατέρας Θεός, σαν αναμάρτητο, Τον ανέστησε και  του έδωσε το υπέρ παν όνομα, ώστε κάθε γόνατο να γονατίσει στο όνομα του Ιησού Χριστού και κάθε γλώσσα να ομολογήσει ότι ο Ιησούς είναι Κύριος σε δόξα του Πατέρα Θεού. Έτσι ο Ιησούς Χριστός με τη θυσία Του έγινε ο μόνος μεσίτης και αρχιερέας, μεταξύ Θεού και ανθρώπων, σύμφωνα με τα γεγραμμένα:
«Διότι είναι εις Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς» (Α΄ Τιμόθεον, β΄:5).
«Έχοντες λοιπόν αρχιερέα μέγαν, όστις διήλθε τους ουρανούς, Ιησούν τον Υιόν του Θεού, ας κρατώμεν την ομολογίαν. Διότι δεν έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον να συμπαθήση εις τας ασθενείας ημών, αλλά πειρασθέντα κατά πάντα καθ' ομοιότητα ημών χωρίς αμαρτίας. Ας πλησιάζωμεν λοιπόν μετά παρρησίας εις τον θρόνον της χάριτος, διά να λάβωμεν έλεος και να εύρωμεν χάριν προς βοήθειαν εν καιρώ χρείας» (Εβραίους, δ΄:14-16)
Βέβαια μπορεί το θέλημα του Θεού να είναι να σωθούν όλοι οι άνθρωποι, αλλά για να σωθεί κάποιος θα πρέπει να  επικαλεστεί τον Ιησού Χριστό ώστε  να γίνει ο προσωπικός του σωτήρας. Γι’ αυτό όπως η παρθένος Μαρία, όταν ευαγγελίστηκε από τον άγγελο, πίστεψε στα λόγια του και συνέλαβε δια του Αγίου Πνεύματος τον Ιησού Χριστό, έτσι και σήμερα κάθε άνθρωπος που ευαγγελίζεται από τους ανθρώπους του Θεού, όταν μετανοήσει και πιστέψει, συλλαμβάνει δια του Αγίου Πνεύματος, μέσα στην πνευματική του καρδιά, τον Ιησού Χριστό. Τότε μόνο ο άνθρωπος λαμβάνει σωτηρία, ελευθερώνεται από την αμαρτία και γίνεται ‘νέο κτίσμα’. Από κει και πέρα, ο αγώνας του σωσμένου πιστού είναι να μορφωθεί ο Χριστός μέσα του  και μετά φόβου και τρόμου να εργάζεται τη σωτηρία του, ώστε να μη τη χάσει.(Γαλάτες, δ΄:19, Φιλιππησίους,β΄:12)
Επί πλέον ο λόγος του Θεού μας προτρέπει: ‘Ας φοβηθώμεν λοιπόν μήποτε, ενώ μένει εις ημάς επαγγελία να εισέλθωμεν εις την κατάπαυσιν αυτού, φανή τις εξ υμών ότι υστερήθη αυτής. Διότι ημείς ευηγγελίσθημεν, καθώς και εκείνοι• αλλά δεν ωφέλησεν εκείνους ο λόγος, τον οποίον ήκουσαν, επειδή δεν ήτο εις τους ακούσαντας ηνωμένος με την πίστιν’ (Εβραίους, δ΄:14-16).
Βέβαια σαν άνθρωποι ‘εις πολλά πταίομεν άπαντες’(Ιακώβου, γ΄:2), αλλά ‘εάν όμως περιπατώμεν εν τω φωτί, καθώς αυτός είναι εν τω φωτί, έχομεν κοινωνίαν μετ' αλλήλων, και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού αυτού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας.’ (Α΄ Ιωάννου, α΄:7).
Αυτό που εμείς γνωρίζουμε ότι ο Χριστός σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας και αναστήθηκε για τη δικαίωσή μας. Οπότε,  κατά την εορτή του Πάσχα καλό είναι να κατανοήσουμε την σημασία της εορτής και όχι μόνο να σκεφτόμαστε το ψήσιμο του οβελία και να χάνουμε το νόημα. Έτσι λοιπόν, ας δώσουμε την αξία που πρέπει στον Ιησού Χριστό και στο ευαγγέλιο Του, επειδή το ευαγγέλιο είναι δύναμη Θεού προς σωτηρία σε καθένα που πιστεύει (Ρωμαίους,α΄:16).
Το κυρίαρχο μήνυμα του ευαγγελίου είναι να μετανοήσουμε και να πιστέψουμε στον Ιησού Χριστό διότι ‘ αυτός είναι ιλασμός περί των αμαρτιών ημών∙ και ουχί μόνον περί των ημετέρων, αλλά και περί όλου του κόσμου (Α΄ Ιωάννου,β΄:2). Εφόσον μετανοήσουμε, να τον ζητήσουμε και να εξακολουθούμε να τον ζητάμε συνέχεια στη ζωή μας ώστε να αποκτήσουμε προσωπική επίγνωση του Κυρίου Ιησού και να ζήσουμε μαζί Του αιώνια.

Είναι για το συμφέρον της ψυχής μας να διαβάζουμε το ευαγγέλιο και με την βοήθεια του Θεού να το πράξουμε στη ζωή μας. Ας μην δούμε αυτό το θεόπνευστο βιβλίο που λέγεται Καινή Διαθήκη του Κυρίου Ιησού Χριστού ως ένα βιβλίο που υπάρχει μόνο στην εκκλησία ή σε ένα ράφι. Είναι γραμμένο: ‘Με άρτον μόνον δεν θέλει ζήσει ο άνθρωπος, αλλά με πάντα λόγον εξερχόμενον διά στόματος Θεού’ (Ματθαίος, δ΄:4). Ας ανοίξουμε λοιπόν το ευαγγέλιο του Χριστού και ο Θεός να ανοίξει τις καρδιές μας ώστε να σωθούμε και να ζήσουμε αιώνια μαζί Του. Αμήν!

 

«Ο δε Θεός της υπομονής και της παρηγορίας είθε να σας δώση να φρονείτε το αυτό εν αλλήλοις κατά Χριστόν Ιησούν» (Ρωμαίους,ιε΄:5)

«Διά της υπομονής σας αποκτήσατε τας ψυχάς σας» (Λουκάς,κα΄:19)
Υπομονή* είναι το να υποφέρει κάποιος κάτι δυσάρεστο, θλιβερό, οδυνηρό που του συμβαίνει χωρίς να διαμαρτύρεται, όπως και το να μπορεί κάποιος να παραμένει ήρεμος περιμένοντας κάποιον ή κάτι που αργεί να έρθει ή κάνοντας κάτι δύσκολο.
Η υπομονή είναι απαραίτητο να υπάρχει και στην πνευματική ζωή του χριστιανού. Ένας χριστιανός, για παράδειγμα, έχει κάποια αιτήματα, προσεύχεται για αυτά και περιμένει με υπομονή την απάντηση του Θεού. Η απάντηση του Θεού στο αίτημα του χριστιανού μπορεί να είναι άμεση ή μπορεί να μεσολαβεί κάποιο χρονικό διάστημα. Άμεση απάντηση του Θεού βλέπουμε καθώς διαβάζουμε στις Πράξεις των Αποστόλων, στην περίπτωση που ο Ηρώδης αφού σκότωσε τον Ιάκωβο τον αδερφό του Ιωάννη, συνέλαβε τον Πέτρο και τον φυλάκισε με σκοπό να θανατώσει κι’ αυτόν. Τότε η εκκλησία προσευχότανε ακατάπαυστα στον Θεό για αυτόν και ο Θεός άκουσε την προσευχή, έστειλε ένα άγγελο και ελευθέρωσε τον Πέτρο παρ’ όλο που ήταν αλυσοδεμένος και τον φρουρούσαν δεκαέξι στρατιώτες. (Πράξεις,ιβ΄:1-17).
Υπάρχουν βέβαια  περιπτώσεις  που ο Θεός απαντάει μετά από χρόνια, όπως στην περίπτωση του Αβραάμ. Ο Κύριος είχε δώσει μια επαγγελία στον Αβραάμ: «Ο δε Κύριος είπε προς τον Άβραμ, έξελθε εκ της γης σου, και εκ της συγγενείας σου, και εκ του οίκου του πατρός σου, εις την γήν την οποίαν θέλω σοι δείξει∙ και θέλω σε κάμει εις έθνος μέγα∙ και θέλω σε ευλογήσει, και θέλω μεγαλύνει το όνομά σου∙ και θέλεις είσθαι εις ευλογίαν∙ και θέλω ευλογήσει τους ευλογούντας σε, και τους καταρωμένους σε θέλω καταρασθή∙ και θέλουσιν ευλογηθή εν σοι πάσαι αι φυλαί της γης» (Γένεσις,ιβ΄:1-3).  Όταν δόθηκε στον Αβραάμ αυτή η επαγγελία από τον Κύριο ήταν σε ηλικία 75 ετών (Γένεσις, ιβ΄:4). Με βάση την επαγγελία του Κυρίου ο Αβραάμ θα κληρονομούσε μια άγνωστη για αυτόν γη και οι απόγονοι του θα γινόταν ένα μεγάλο έθνος. Ο Αβραάμ πίστεψε τα λόγια του Θεού και έφθασε στη γη Χαναάν, την οποία είχε ο Κύριος για αυτόν. Όμως τα χρόνια περνούσαν και δεν έκανε παιδί με την Σάρρα.  Ο Κύριος ξαναμίλησε στον Αβραάμ, όταν ήταν 99 ετών και μεταξύ των άλλων του είπε πως  σε ένα έτος θα αποκτήσει παιδί με την Σάρρα και να τον ονομάσουν Ισαάκ (Γένεσις,ιζ΄:19). Τελικά η επαγγελία εκπληρώθηκε και γεννήθηκε ο Ισαάκ όταν ο Αβραάμ ήταν 100 ετών (Γένεσις, κα΄:5). Εδώ βλέπουμε ότι μετά από 25 χρόνια εκπληρώθηκε η επαγγελία. Έτσι και ο χριστιανός δείχνει υπομονή όταν περιμένει μια επαγγελία του Θεού, όπως περίμενε και ο Αβραάμ και απόλαυσε την επαγγελία του Θεού προς αυτόν: «Και ούτω προσμείνας με υπομονήν, απήλαυσε την επαγγελίαν» (Εβραίους,ς΄:15).
Συνήθως μια υπόσχεση (επαγγελία) του Θεού προς εμάς αργεί, αλλά όχι πάντοτε. Αυτό που έχει να κάνει ο χριστιανός είναι να μη χάσει την παρρησία του αλλά να δείξει υπομονή για να κάνει το θέλημα του Θεού και να λάβει την επαγγελία (Εβραίους, ι΄:35-36).
Ο πρώτιστος ρόλος της υπομονής στη ζωή του χριστιανού αφορά την σωτηρία του: «ο δε υπομείνας έως τέλους, ούτος θέλει σωθή» (Ματθαίος,ι΄:22, κδ΄:13), «Διά της υπομονής σας αποκτήσατε τας ψυχάς σας» (Λουκάς, κα΄:19). Ο Πατέρας Θεός αναγεννά κάθε άνθρωπο που πιστεύει στον Υιό Του Ιησού Χριστό, δίνοντάς του σωτηρία και ζωντανή ελπίδα αιωνίου ζωής. Ο τελικός σκοπός του Θεού είναι όπως τον Αβραάμ και τον λαό Ισραήλ που προήλθε απ’ αυτόν, τους πήγε στην ευλογημένη γη της επαγγελίας, έτσι και εμάς θέλει να μας οδηγήσει σε μια ‘γη της επαγγελίας’, την βασιλεία των ουρανών, που έχει ετοιμάσει για όλους τους σωσμένους. Τον δρόμο γι’ αυτή τη βασιλεία μπορούμε όλοι οι χριστιανοί  να τον  βαδίσουμε σωστά μόνο αν έχουμε σαν οδηγό-πυξίδα το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, δηλαδή την Καινή Διαθήκη. Συνεπώς σε αυτό το πνευματικό περπάτημα ο κάθε χριστιανός που ισχυρίζεται ότι έχει γνωρίσει τον Ιησού Χριστό, δεν μπορεί να κάνει ότι θέλει, αλλά πρέπει να βαδίζει σύμφωνα με τις εντολές που ο Κύριος Ιησούς μας έχει δώσει: «Δεν θέλει εισέλθει εις την βασιλείαν των ουρανών πας ο λέγων προς εμέ, Κύριε, Κύριε∙ αλλ’ ο πράττων το θέλημα του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς.» (Ματθαίος,ζ΄:21).
Όσο αφορά το βασικό ερώτημα, «Πώς θα αποκτήσουμε υπομονή και θα αυξανόμαστε σ’ αυτή;», αναφέρουμε ότι η υπομονή είναι ένα μέρος της πνευματικής οικοδομικής που καλείται κάθε χριστιανός να οικοδομήσει στη πνευματική ζωή του: «Και δι' αυτό δε τούτο καταβαλόντες πάσαν σπουδήν, προσθέσατε εις την πίστην σας την αρετήν, εις την αρετήν την γνώσιν, εις δε την γνώσιν την εγκράτειαν, εις δε την εγκράτειαν την υπομονήν, εις δε την υπομονήν την ευσέβειαν, εις δε την ευσέβειαν την φιλαδελφίαν, εις δε την φιλαδελφίαν την αγάπην» (Β΄ Πέτρου,α΄:5-7).
Η σπουδή πιστεύουμε ότι αναφέρεται σε ενέργειες του χριστιανού, όπως:
Εκζήτηση δια της προσευχής, « Συ όμως, ω άνθρωπε του Θεού, ταύτα φεύγε• ζήτει δε δικαιοσύνην, ευσέβειαν, πίστιν, αγάπην, υπομονήν, πραότητα.» (Α΄ Τιμόθεον,ς΄:11).
Πλήρωση με Άγιο Πνεύμα, « Ο δε καρπός του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλάτας, ε΄:22,23). Η μακροθυμία περιέχει την υπομονή και επί πλέον την ευσπλαχνία και κατανόηση, «ενδυναμούμενοι εν πάση δυνάμει κατά το κράτος της δόξης αυτού εις πάσαν υπομονήν και μακροθυμίαν»(Κολ.,α΄:11)
Καλή γνώση του λόγου του Θεού, που μας πληροφορεί σχετικά, «Και ουχί μόνον τούτο, αλλά και καυχώμεθα εις τας θλίψεις∙ γινώσκοντες ότι η θλίψις εργάζεται υπομονήν, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς δεν καταισχύνει, διότι η αγάπη του Θεού είναι εκκεχυμένη εν ταις καρδίαις ημών διά Πνεύματος Αγίου του δοθέντος εις ημάς»(Ρωμαίους,ε΄:3-5). «Διότι όσα προεγράφησαν, διά την διδασκαλίαν ημών προεγράφησαν, διά να έχωμεν την ελπίδα διά της υπομονής και της παρηγορίας των γραφών» (Ρωμαίους, ιε΄:4).
Έτσι οι πιστοί γνωρίζουν ότι ‘διά πολλών θλίψεων πρέπει να εισέλθωμεν εις την βασιλείαν του Θεού’ (Πράξεις,ιδ΄:22). Κοινό παράδειγμα θλίψεως πολλών χριστιανών είναι όταν οι δικοί τους άνθρωποι είναι αντίθετοι με την εν Χριστώ ζωή τους και τους στενοχωρούν. Άλλο παράδειγμα θλίψης είναι όταν ένας πιστός ομολογεί τις ενέργειες του Χριστού στη ζωή του και οι συνάνθρωποί του που τον ακούνε, τον ειρωνεύονται ή και τον διώκουν. Μέσα από αυτές τις θλίψεις, αλλά και άλλες που έχουν να κάνουν με προβλήματα υγείας, εργασίας, οικογένειας κ.α., ο Θεός εργάζεται υπομονή στην καρδιά του χριστιανού ώστε να γίνει ένας δυνατός και δόκιμος χαρακτήρας που θα αντέξει, όπως ο Ιώβ, μέχρι ο Θεός να κάνει έκβαση.
Συνοψίζοντας λέμε η υπομονή είναι αναγκαία στην πνευματική μας πορεία και ευχόμαστε ο Θεός να μας αξιώσει να υπομείνουμε έως τέλους ώστε με την χάρη Του να μπούμε στην βασιλεία των ουρανών. Αμήν!

(*σύμφωνα με το ερμηνευτικό λεξικό Ε. Κριάρα)

 

«Καθαρίσαντες λοιπόν τας ψυχάς σας με την υπακοήν της αληθείας διά του Πνεύματος, προς φιλαδελφίαν ανυπόκριτον, αγαπήσατε ενθέρμως αλλήλους εκ καθαράς καρδίας» ( Α΄ Πέτρου,α΄:22)

Ο Κύριος Ιησούς στο τελευταίο δείπνο με τους μαθητές του, πριν τον πιάσουν για να τον σταυρώσουν, τους είπε μια νέα εντολή: «Εντολήν καινήν σας δίδω, Να αγαπάτε αλλήλους∙ καθώς εγώ σας ηγάπησα, και σεις να αγαπάτε αλλήλους. Εκ τούτου  θέλουσι γνωρίσει πάντες ότι είσθε μαθηταί μου, εάν έχητε αγάπην προς αλλήλους» (Ιωάννης,ιγ΄:34-35). Ο Κύριος τονίζει «καθώς εγώ σας αγάπησα», που σημαίνει ότι θεωρεί πολύ σημαντική την προς αλλήλους αγάπη των εν Χριστώ αδελφών.
Να μην ξεχνάμε ότι ο Κύριος θυσιάστηκε μεν για όλους τους ανθρώπους (Ιωάννης, ιβ΄:32,33), αλλά μόνο αυτοί που θα εκτιμήσουν σωστά αυτή τη θυσία και θα πιστέψουν σ’ Αυτόν θα  αποτελέσουν  την εκκλησία Του. Η εκκλησία του Χριστού σαν σύνολο πιστών που συναθροιζόταν και συμπροσευχόταν,  μπορούμε να πούμε ότι ξεκίνησε  με εκατόν είκοσι πιστούςστην Ιερουσαλήμ(Πράξεις,α΄:15), ενώ την ημέρα της Πεντηκοστής που οι 120 βαπτίστηκαν στο Άγιο Πνεύμα, μετά το κήρυγμα του Πέτρου βαπτίστηκαν στο νερό και προστέθηκαν στην εκκλησία άλλοι τρεις χιλιάδες (Πράξ.,β΄:41).
Η πρώτη εκκλησία του Χριστού είχε πολύ όμορφα χαρακτηριστικά: «Και ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων, και εν τη κοινωνία, και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς» (Πράξεις,β΄:42). Η διδαχή των αποστόλων ήταν η διδασκαλία του λόγου του Θεού από τους αποστόλους που έθεσε ο Κύριος Ιησούς. Η κοινωνία είναι η ‘κοινωνία μετ’ αλλήλων’ δηλαδή όλα τα μέλη της εκκλησίας να συναναστρέφονται μεταξύ τους. Η κλάση του άρτου είναι η Θεία Κοινωνία του σώματος και του αίματος του Κυρίου Ιησού που γίνεται κάθε Κυριακή και φυσικά οι προσευχές που είναι ο απαραίτητος τρόπος επικοινωνίας των πιστών με το Θεό. Επίσης, τότε  είχαν τόση αγάπη ο ένας προς τον άλλον, ώστε  όλα τους τα υπάρχοντα τα είχαν κοινά και τα χρήματα από δωρεές τα διαμοίραζαν μεταξύ τους, σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Αυτό το έκαναν χωρίς να τους αναγκάζει κανείς, αλλά με ελεύθερη βούληση είχαν επιλέξει να τα θεωρούν όλα κοινά και να προσφέρουν στο έργο του Κυρίου (Πράξεις,β΄:44-47).
Μια τέτοια εκκλησία με παρόμοια χαρακτηριστικά θέλει και ο Κύριος Ιησούς σήμερα. Η αγάπη που θέλει ο Κύριος έχει τα δικά της χαρακτηριστικά καθώς διαβάζουμε στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή: «Η αγάπη μακροθυμεί, αγαθοποιεί∙ η αγάπη δεν φθονεί∙ η αγάπη δεν αυθαδιάζει, δεν επαίρεται, δεν ασχημονεί, δεν ζητεί τα εαυτής, δεν παροξύνεται, δεν διαλογίζεται το κακόν∙ δεν χαίρει εις την αδικίαν, συγχαίρει δε εις την αλήθειαν. Πάντα ανέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει» (Α΄ Κορινθίους, ιγ΄: 4-7). Η αγάπη λοιπόν μακροθυμεί, δηλαδή ο πιστός άνθρωπος που όντως αγαπά πρέπει να είναι ανεκτικός με κατανόηση στα λάθη και πτώσεις του αδερφού του. Η αγάπη αγαθοποιεί, δηλαδή εκδηλώνεται με καλά έργα. Η αγάπη δεν φθονεί, δηλαδή δεν πρέπει ο πιστός να θέλει το κακό κανενός για οποιοδήποτε λόγο. Η αγάπη δεν αυθαδιάζει, δηλαδή η αγάπη δεν συνάδει με θρασεία και αγενή συμπεριφορά. Η αγάπη δεν επαίρεται, δηλαδή αυτός που πραγματικά αγαπά θεωρεί τους άλλους υπερέχοντας του εαυτού του. Η αγάπη δεν ασχημονεί, δηλαδή ότι δεν πρέπει να υπάρχουν απρεπείς πράξεις. Η αγάπη δεν ζητά τα εαυτής, δηλαδή  δεν πρέπει να κοιτάει κάποιος μόνο το συμφέρον του αλλά και το συμφέρον των άλλων. Η αγάπη δεν παροξύνεται, δηλαδή αυτός που αγαπά δεν εξάπτεται κατά οποιουδήποτε και για οτιδήποτε. Η αγάπη δεν διαλογίζεται το κακόν, δηλαδή αν αγαπάμε δεν πρέπει ούτε να σκεφτόμαστε το κακό. Η αγάπη δεν χαίρει στην αδικία, δηλαδή να μην χαιρόμαστε όταν αδικείται κάποιος, ακόμα και αν αυτός να μας έχει αδικήσει. Η αγάπη συγχαίρει στην αλήθεια, δηλαδή η αγάπη εκδηλώνεται με χαρά όταν επικρατεί η αλήθεια. Η αγάπη πάντα ανέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει και πάντα υπομένει, με την προϋπόθεση βέβαια αυτά τα πάντα που ανέχεται, πιστεύει, ελπίζει και υπομένει, να είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Τα παραπάνω στοιχεία της αγάπης καλό είναι συνεχώς να εξετάζω αν τα κάνω στην ζωή μου. Επειδή όμως σαν άνθρωποι σε πολλά φταίμε όλοι, καλό είναι να ζητάμε συγχώρεση ο ένας από τον άλλον και να συγχωρούμε ο ένας τον άλλον καθώς μας λέει ο Κύριος μας  Ιησούς Χριστός (Μάρκος, ια΄:25).
Καλό είναι να επισημάνουμε ότι η φιλαδελφία προηγείται της αγάπης στην  πνευματική οικοδομή  που καλείται κάθε αναγεννημένος χριστιανός να οικοδομήσει:«Και δι' αυτό δε τούτο καταβαλόντες πάσαν σπουδήν, προσθέσατε εις την πίστιν σας την αρετήν, εις δε την αρετήν την γνώσιν, εις δε την γνώσιν την εγκράτειαν, εις δε την εγκράτειαν την υπομονήν, εις δε την υπομονήν την ευσέβειαν, εις δε την ευσέβειαν την φιλαδελφίαν, εις δε την φιλαδελφίαν την αγάπην» ( Β΄ Πέτ., α΄: 4-7). Δεν έχει νόημα να μιλάμε για αγάπη στους εχθρούς αν δεν αγαπάμε πρώτα τους αδελφούς μας. Όπως επίσης δεν έχει νόημα να μιλάμε για αγάπη στο Θεό, αν δεν αγαπάμε πρώτα τον αδελφό μας. (Α΄ Ιωάν., δ΄:21,22). Γι’ αυτό άλλωστε την φιλαδελφία μας την διδάσκει  ο ίδιος ο Θεός: «Περί δε της φιλαδελφίας δεν έχετε χρείαν να σας γράφω διότι σεις αυτοί είσθε θεοδίδακτοι εις το να αγαπάτε αλλήλους»(Α΄Θεσ., δ΄:9).
Η αγάπη δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος (Γαλάτας,ε΄:22) και το Άγιο Πνεύμα μας χορηγεί αγάπη όταν φυλάμε τις εντολές του Θεού: «Διότι αύτη είναι η αγάπη του Θεού, το να φυλάττωμεν τας εντολάς αυτού και αι εντολαί αυτού βαρείαι δεν είναι.» (Α΄ Ιωάν., ε΄:3). Όπως η σωστή πίστη έρχεται με την ακοή του λόγου του Θεού (Ρωμ., ι΄:17), έτσι και η πραγματική αγάπη έρχεται με την εκτέλεση των εντολών του Θεού που είναι γραμμένες στο Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, την Καινή Διαθήκη.
Η διατήρηση της φιλαδελφίας, όπως της σωστής πίστης και της πραγματικής αγάπης, είναι  διαρκής αγώνας σε όλη την επίγεια ζωή του πιστού. Γι’ αυτό ο λόγος του Θεού συμβουλεύει: «Η φιλαδελφία ας μένη» (Εβρ. ιγ΄:1) και επί πλέον «γίνεσθε προς αλλήλους φιλόστοργοι διά της φιλαδελφίας, προλαμβάνοντες να τιμάτε αλλήλους» (Ρωμ., ιβ΄:10)
Αν παραμένουμε στο φως που είναι ο Ιησούς Χριστός, θα έχουμε κοινωνία με τους αδερφούς μας (Α΄ Ιωάννου, α΄:7), γεγονός που σημαίνει ότι είμαστε φιλόστοργοι σ’ αυτούς, υποφέρουμε  και συγχωρούμε τα λάθη και τις αδυναμίες τους, άρα ότι έχουμε αγάπη προς αυτούς.  Τότε το αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού θα καθαρίζει και εμάς από κάθε αμαρτία. Αμήν!

 
Περισσότερα Άρθρα...

Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν. (Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον α' 12)