«Πειρασμός δεν σας κατέβαλε ειμή ανθρώπινος∙ πιστός όμως είναι ο Θεός, όστις δεν θέλει σας αφήσει να πειρασθήτε υπέρ την δύναμίν σας, αλλά μετά του πειρασμού θέλει κάμει και την έκβασιν, ώστε να δύνασθε να υποφέρητε» (Α΄ Κορινθίους, ι΄:13)

«εξεύρει ο Κύριος να ελευθερόνη εκ του πειρασμού τους ευσεβείς» (Β΄ Πέτρου,β΄:9)

Στις δύσκολες μέρες που περνάμε, πολλοί άνθρωποι διερωτώνται για τα άσχημα γεγονότα που συμβαίνουν και συνήθως  τα ερωτήματα φανερώνουν   απιστία στο πρόσωπο του Θεού ή δυσπιστία στην παντοδυναμία και την δικαιοσύνη  Του. Όπως π.χ. ‘Που είναι ο Θεός;’, ‘Γιατί δεν κάνει κάτι;’, ‘Γιατί κάποιους επιτρέπει ο Θεός να δοκιμάζονται περισσότερο ενώ  άλλους λιγότερο;’, ‘Γιατί άδικοι να ευτυχούν και αθώοι όπως παιδιά να δυστυχούν;’

Η αλήθεια είναι ότι όντως πολλά προβλήματα αντιμετωπίζουν σήμερα και οι πιστοί χριστιανοί, είτε υγείας, είτε επαγγελματικά είτε οικογενειακά ή κοινωνικά και  επειδή κάποια από αυτά παραμένουν αναπάντητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, δοκιμάζεται η πίστη τους. Την ώρα που ο κάθε χριστιανός περνάει την δική του δοκιμασία, μπορεί εύλογα να αναρωτηθεί: ‘Γιατί να περάσω αυτή τη δοκιμασία;’, ‘Ο Θεός τι ακριβώς κάνει όταν με βλέπει να περνάω την δοκιμασία;’, ‘Γιατί δεν απαντάει άμεσα και πότε επιτέλους θα απαντήσει;’. Σε αυτά τα ερωτήματα, αλλά και σε κάθε σχετικό ερώτημα καλό είναι να στρέφουμε το βλέμμα μας στο γραμμένο λόγο του Θεού για να βρούμε απάντηση.

Στο λόγο του Θεού διαβάζουμε ότι οι δοκιμασίες που επιτρέπει ο Θεός στα δικά Του παιδιά, έχουν σκοπό την πνευματική αύξηση τόσο τη δική τους όσο και των ανθρώπων του περιβάλλοντος τους. Αυτός που δοκιμάστηκε ασυγκρίτως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο, είναι ο Κύριός μας ο Ιησούς Χριστός. Στο αποκορύφωμα της δοκιμασίας Του, πάνω στο σταυρό του Γολγοθά φώναξε με απορία προς τον Πατέρα Του: «…Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;” τουτέστι “Θεέ μου, Θεέ μου, διά τι με εγκατέλιπες; » (Ματθαίος, κζ΄:46).

Βέβαια ο Πατέρας δεν εγκαταλείπει τα παιδιά Του, αλλά στην περίπτωση την συγκεκριμένη υπήρχε ένας ευλογημένος λόγος που αυτό συνέβη. Διαβάζουμε σχετικά: «διότι τον μη γνωρίσαντα αμαρτίαν έκαμεν υπέρ ημών αμαρτίαν, διά να γείνωμεν ημείς δικαιοσύνη του Θεού δι' αυτού.» (Β΄ Κοριν., ε΄:21). Ο αναμάρτητος Κύριος Ιησούς πάνω στο Σταυρό ήταν φορτωμένος τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, γι’ αυτό ο Πατέρας, έστω για λίγο,Τον εγκατέλειψε, όμως στη συνέχεια σαν αναμάρτητος που ήταν,Τον ανέστησε. Έτσι με το άγιο αίμα Του που έχυσε πλήρωσε για τις αμαρτίες όλων μας ώστε να μπορεί να σώσει όποιον μετανοήσει και  πιστέψει σ’ Αυτόν (Ησαΐας,νγ΄:4-6).

Γι’ αυτό ο αναστημένος Ιησούς Χριστός  είναι ο μόνος σωτήρας και ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων(Α΄ Τιμόθ., β΄ 5). Έτσι όταν επικαλούμαστε τον Κύριο, είτε για συγχώρηση είτε για βοήθεια στη δοκιμασία, ο Κύριος μεσιτεύει για μας στον Πατέρα Θεό.  Επιπρόσθετα το Άγιο Πνεύμα συμβοηθεί στις ασθένειές μας, ικετεύοντας για μας, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, με στεναγμούς αλαλήτους. (Ρωμ.,η΄:26,27).

Συνεπώς ο Τριαδικός Θεός που θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι, συμπάσχει στις δοκιμασίες μας, όμως η βοήθειά Του πολλές φορές   στη ζωή μας δεν είναι όταν και όπως εμείς θα θέλαμε αλλά σύμφωνα με το αιώνιο συμφέρον μας. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο ο κάθε αναγεννημένος χριστιανός να τρέφεται με το γραμμένο λόγο του Θεού ώστε να διακρίνει τις ενέργειες του Κυρίου στη ζωή του και να αντιμετωπίζει νικηφόρα  τις επιθέσεις του πονηρού.

Έτσι μελετώντας την Καινή Διαθήκη, βλέπουμε τον τρόπο ζωής του Κυρίου, τον οποίο αν  μιμηθούμε θα αντιμετωπίσουμε νικηφόρα όπως Αυτός, τις προσωπικές μας δοκιμασίες. Ο Πατέρας Θεός επέτρεψε να φερθεί ο Κύριος Ιησούς δια του Αγίου Πνεύματος στην έρημο και να περαστεί με κάθε είδους πειρασμό από τον διάβολο. Ο Κύριος προετοιμάστηκε  σαράντα μέρες και νύχτες με νηστεία και προσευχή και στη συνέχεια αντιμετώπισε τους πειρασμούς του πονηρού χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα εδάφια από τον γραμμένο λόγο του Θεού. (Ματθαίος,δ΄:1-11).

Άλλο παράδειγμα έκβασης του Θεού μετά από δοκιμασία της πίστης, είναι η περίπτωση των γονέων του Ιωάννη του Βαπτιστή, οι οποίοι δεν είχαν λάβει το αίτημά τους που ήταν να έχουν ένα παιδί. Όμως, παρότι τόσα χρόνια άτεκνοι, δεν απομακρύνθηκαν από την πίστη στο Θεό, αλλά ‘ήσαν αμφότεροι δίκαιοι ενώπιον του Θεού, περιπατούντες εν πάσαις ταις εντολαίς και τοις δικαιώμασι του Κυρίου άμεμπτοι’(Λουκάς, α΄:6). Είχαν και οι δύο σε πρώτη θέση στην καρδιά τους το θέλημα του Κυρίου και το αίτημά τους σε δεύτερη. Ο Θεός όταν εκείνος  έκρινε, έστειλε τον άγγελό Του, να πει στον Ζαχαρία ότι θα κάνει παιδί με την Ελισάβετ (Λουκάς, α΄:8-25). Έτσι γεννήθηκε ο Ιωάννης ο οποίος έπρεπε να έρθει λίγο πιο πριν τον Κύριο Ιησού για να ετοιμάσει το δρόμο Του (Μαλαχίας, γ΄:1).

Αξιοθαύμαστο επίσης παράδειγμα πίστης, υπομονής και έκβασης του Κυρίου, είναι η περίπτωση του  Ιώβ. Ο Θεός επέτρεψε τον διάβολο να τον πειράξει. Έχασε τα δέκα του παιδιά, την περιουσία του και την υγεία του. Παρέμεινε όμως πιστός μέχρι τέλους, έδειξε υπομονή και όλη του την ελπίδα την είχε στον Θεό. Έτσι ο Κύριος του ξανάδωσε και άλλα δέκα παιδιά και την υγεία του και διπλάσια μερίδα περιουσίας (Ιώβ, μβ΄:12,13).      Τι έκανε ο Θεός όταν ο Ιώβ δοκιμαζόταν; Αυτό που βλέπουμε είναι ότι δεν τον άφησε να πειραστεί πάνω από τη δύναμή του, ούτε να πεθάνει από την ασθένεια, ούτε από την πείνα και τελικά έκανε την έκβαση, σύμφωνα με το αναφερθέν στην αρχή του άρθρου εδάφιο (Α΄ Κορινθίους, ι΄:13).

Τέλος αναφέρουμε το παράδειγμα του αποστόλου Παύλου, ο οποίος εκτίμησε σωστά την επίσκεψη του Κυρίου στη ζωή του και από διώκτης έγινε ο μεγαλύτερος απόστολος.  Παρ’ όλες τις μεγάλες δοκιμασίες που αντιμετώπισε  στο αποστολικό του έργο (Β΄Κορινθίους,ια΄:21-33), δεν γόγγυσε εναντίον του  Κύριου, αλλά μέσα σ’ όλα αυτά που πέρασε διέκρινε τη βοήθεια του Κυρίου και συμπεραίνοντας  μας λέει: «Διότι η προσωρινή ελαφρά θλίψις ημών εργάζεται εις ημάς, καθ’ υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης ( Β΄ Κορινθίους, δ΄:17-18). Γι’ αυτό ο Θεός του χάρισε μεγάλο πνευματικό καρπό.

Πολλά είναι τα παραδείγματα των εκβάσεων του Θεού στις δοκιμασίες των πιστών παιδιών Του μέσα στην Αγία Γραφή. Αυτό που μπορούμε να πούμε  σαν συμπέρασμα είναι ότι ο Θεός κάνει χάρη στις δοκιμασίες μας και δεν  μας εγκαταλείπει. Το δικό μας μέρος είναι να περπατάμε σύμφωνα με τον γραμμένο στη Καινή Διαθήκη λόγο Του και πάντα να Του  ζητάμε πίστη και δύναμη ώστε να σηκώσουμε τον ευλογημένο σταυρό που μας έχει δώσει μέχρι τέλους. Αμήν!

 

 

«Προ πάντων δε έχετε ένθερμον την εις αλλήλους αγάπην∙ διότι η αγάπη θέλει καλύψει πλήθος αμαρτιών»(Α΄ Πέτρου,δ΄:8).

Ο Πατέρας Θεός έδειξε την αγάπη Του προς τον κόσμο, στέλνοντας τον μονογενή Υιό Του να θυσιαστεί πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, πληρώνοντας σαν αναμάρτητος για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, έτσι ώστε να μη χαθεί όποιος  πιστέψει σ’ Αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είπε: «Καθώς εμέ ηγάπησεν ο Πατήρ, και εγώ ηγάπησα εσάς, μείνατε εν τη αγάπη μου. Εάν τας εντολάς μου φυλάξητε, θέλετε μείνει εν τη αγάπη μου∙ καθώς εγώ εφύλαξα τας εντολάς του Πατρός μου, και μένω εν τη αγάπη αυτού. Ταύτα ελάλησα προς εσάς διά να μείνη εν υμίν η χαρά μου και η χαρά υμών να ήναι πλήρης. Αύτη είναι η εντολή μου, να αγαπάτε αλλήλους, καθώς σας ηγάπησα» (Ιωάννης, ιε΄:9-12).

Συνεπώς ο Ιησούς Χριστός θέλει να αγαπάμε και εμείς ο ένας τον άλλον, καθώς αυτός μας αγάπησε. Ο Θεός είναι αγάπη (Α΄ Ιωάννου, δ΄: 8,16) και      αν αγαπάμε ο ένας τον άλλον είμαστε εκ του Θεού: «Αγαπητοί, ας  αγαπώμεν αλλήλους∙ διότι η αγάπη είναι εκ του Θεού∙ και πας όστις   αγαπά,    εκ του Θεού εγεννήθη, και γνωρίζει τον Θεόν» ( Α΄ Ιωάννου, δ΄:7).   Βέβαια η αγάπη προς αλλήλους φανερώνεται με έργα: «Τεκνία μου, μη αγαπώμεν με λόγο, μηδέ με γλώσσαν, αλλά με έργον και αλήθειαν ( Α΄ Ιωάννου, γ΄:18). Τα έργα της αγάπης μπορούμε να τα δούμε μέσα στο λόγο του Θεού. Ο άνθρωπος του Θεού που λέει ότι αγαπάει τον Θεό θα έχει και κοινωνία με τον αδελφό του: «Εάν όμως περιπατώμεν εν τω φωτί καθώς αυτός είναι εν τω φωτί, έχομεν κοινωνίαν μετ’ αλλήλων, και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού αυτού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α΄ Ιωάννου, α΄:7). Εδώ ο λόγος του Κυρίου μας φανερώνει ότι αν κάποιος περπατάει στο φως, θα έχει κοινωνία με τα εν Χριστώ αδέλφια του. Συνεπώς όποιος ισχυρίζεται ότι βρίσκεται κοντά στον Θεό, θα επιδιώκει να έχει κοινωνία με τα αδέλφια του γιατί αυτό θέλει ο Θεός που είναι φως και αγάπη.

Επίσης, η αγάπη προς τον αδελφό έχει σπλάχνα: «Όστις όμως έχη τον βίον του κόσμου, και θεωρή τον αδελφόν αυτού ότι έχει χρείαν, και κλείση τα σπλάγχνα αυτού απ’ αυτού, πως η αγάπη του Θεού μένει εν αυτώ;» (Α΄ Ιωάννου, γ΄:17). Δηλαδή, αν κάποιος έχει περίσσευμα υλικών αγαθών και γνωρίζει ότι ο αδελφός του εν Χριστώ στερείται, διότι συγκυρίες ανεξάρτητες από τη θέλησή του τον έφεραν στην κατάσταση αυτή, καλό είναι να αναπληρώσει, στο μέτρο που μπορεί, την ανάγκη του αδελφού του.

Επιπρόσθετα με τα παραπάνω, αυτός που αγαπάει δεν πρέπει να προσωποληπτεί: «Αδελφοί μου, μη έχετε με προσωποληψίας την πίστιν του δεδοξασμένου Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Διότι εάν εισέλθη εις την συναγωγήν σας άνθρωπος έχων χρυσούν δακτυλίδιον με λαμπρόν ένδυμα, εισέλθη δε και πτωχός με ρυπαρόν ένδυμα, και επιβλέψητε εις τον φορούντα το ένδυμα το λαμπρόν, και είπητε προς αυτόν, Συ κάθου εδώ καλώς∙ και προς τον πτωχόν είπητε, Συ στέκε εκεί, ή, Κάθου εδώ υπό το υποπόδιόν μου∙ δεν εκάμετε άρα διάκρισιν εν εαυτοίς, και εγείνατε κριταί πονηρά διαλογιζόμενοι;» (Ιακώβου,β΄:1-4).

Ακόμη εν Χριστώ αγάπη φανερώνει κάποιος πιστός όταν επιστρέψει στην αλήθεια του ευαγγελίου κάποιον αδελφό που πλανήθηκε: «Αδελφοί, εάν τις μεταξύ σας αποπλανηθή από της αληθείας, και επιστρέψη τις αυτόν, ας εξεύρη ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν από της πλάνης της οδού αυτού, θέλει σώσει ψυχήν εκ θανάτου, και θέλει καλύψει πλήθος αμαρτιών» (Ιακώβου, ε΄:19-20).

Πιο γενικά, διακριτικά και επιτακτικά, ο Ιούδας στην επιστολή του γράφει: «Και άλλους μεν ελεείτε, κάμνοντες διάκρισιν∙ άλλους δε σώζετε μετά φόβου, αρπάζοντες αυτούς εκ του πυρός, μισούντες και τον χιτώνα τον μεμολυσμένον από της σαρκός» (Ιούδα, α΄:22-23).

Εύλογα τίθεται το ερώτημα με βάση τα προηγούμενα εδάφια: ‘μπορεί ένας άνθρωπος να σώσει άλλον και να καλύψει τις αμαρτίες του;’ Σαν απάντηση αναφέρουμε το εδάφιο: «Και δεν υπάρχει δι' ουδενός άλλου η σωτηρία διότι ούτε όνομα άλλο είναι υπό τον ουρανόν δεδομένον μεταξύ των ανθρώπων, διά του οποίου πρέπει να σωθώμεν», που αναφέρεται στο όνομα του Ιησού Χριστού (Πράξεις, δ΄:12 ). Συνεπώς κάθε αναγεννημένος χριστιανός γνωρίζει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι η μόνη κεφαλή της εκκλησίας, ο μόνος σωτήρας, το μόνο φως του κόσμου και ότι μόνο το τίμιο και άγιο αίμα Του καθαρίζει τις αμαρτίες κάθε αμαρτωλού ανθρώπου που μετανοεί. Οπότε  γραφικές φράσεις όπως ‘θέλει σώσει ψυχήν εκ θανάτου, και θέλει καλύψει πλήθος αμαρτιών’ αναφέρονται σε άγιους ανθρώπους  του Θεού μέσα στον εσωτερικό άνθρωπο των οποίων έχει μορφωθεί ο Ιησούς Χριστός, με συνέπεια στα έργα και τα λόγια τους να λάμπει το φως του Χριστού. Αυτό το φως βλέπουν ειλικρινείς ψυχές  που βρίσκονται όμως σε πνευματικό σκοτάδι, με αποτέλεσμα να μετανοούν, να επικαλούνται το όνομα του Κυρίου και να σώζονται.

Η αγάπη έχει συγχώρεση σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου: «Τότε προσελθών προς αυτόν ο Πέτρος, είπε, Κύριε, ποσάκις αν αμαρτήση εις εμέ ο αδελφός μου, θέλω συγχωρήσει αυτόν; έως επτάκις; Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Δεν σοι λέγω, έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά» (Ματθαίος, ιη΄:21-22). Οπότε το θέλημα του Κυρίου είναι να  συγχωρούμε με τη καρδιά μας, όσους αμάρτησαν σε μας, όπως εκείνος μας συγχώρησε .

Η συγχώρηση επεκτείνεται και εκτός των ορίων της εκκλησίας, δηλαδή στους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε στην κοινωνικό μας περιβάλλον. Κάποιοι  μας συμπεριφέρονται άσχημα  και άδικα, αλλά επειδή ο Θεός συγχώρεσε τις αμαρτίες μας έτσι θέλει να συγχωρούμε και εμείς τις αμαρτίες των άλλων σε εμάς: «Και όταν ίστασθε προσευχόμενοι, συγχωρείτε, εάν έχητέ τι κατά τινός, δια να συγχωρήση εις εσάς και ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς τα αμαρτήματά σας. Αλλ’ εάν σεις δεν συγχωρήτε, ουδέ ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς θέλει συγχωρήσει τα αμαρτήματά σας» (Μάρκος,ια΄:25-26). Γι’ αυτό ο Κύριος στην προσευχή που μας άφησε μας προτρέπει να λέμε  ‘και συγχώρησον εις ημάς τας αμαρτίας ημών, καθώς και ημείς  συγχωρούμεν εις τους αμαρτάνοντας εις ημάς’ (Ματθαίος, ς΄:12).

Επί πλέον ο Πατέρας Θεός θέλει η αγάπη που Αυτός θα δώσει στα παιδιά Του, να φθάσει μέχρι και στη βοήθεια στους εχθρούς τους: «Εάν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, τρέφε αυτόν∙ εάν διψά, πότιζε αυτόν∙ διότι πράττων τούτο, θέλεις σωρεύσει άνθρακας πυρός επί την κεφαλήν αυτού. Μη νικάσαι υπό του κακού, αλλά νίκα διά του αγαθού το κακόν» (Ρωμαίους, ιβ΄:20-21).

Η αγάπη λοιπόν καλύπτει πλήθος αμαρτιών, όταν εμείς ενδιαφερόμαστε για τους άλλους, όταν συγχωράμε, όταν δεν προσωποληπτούμε και όταν πράττουμε καλά έργα που φανερώνουν τον Χριστό στη ζωή μας. Αμήν!

 

 

«Προσέχετε λοιπόν πώς να περιπατήτε ακριβώς, μη ως άσοφοι, αλλ’ ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, διότι αι ημέραι είναι πονηραί.  Δια τούτο μη γίνεσθε άφρονες, αλλά νοείτε τι είναι το θέλημα του Θεού»(Εφεσίους,ε΄:15-17).

Στις μέρες μας, τα γραφόμενα στο λόγο του Θεού βγαίνουν αληθινά όσον αφορά την κοινωνία των ανθρώπων και την εξέλιξή της σε ηθικό και επιστημονικό επίπεδο. Γενικά βλέπουμε ότι η γνώση σε όλες τις  επιστήμες αυξάνεται ραγδαία, δίνοντας έτσι στους ανθρώπους τη δυνατότητα, με τα τεχνολογικά μέσα που ανακαλύφθηκαν, να επικοινωνούν μεταξύ τους ταχύτατα και να μεταφέρονται μαζικά και γρήγορα από τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη. Αυτή η σημερινή πραγματικότητα φαίνεται στο βιβλίο του προφήτη Δανιήλ  (6ος αιώνας π.Χ.), όπου ο Θεός απολαλύπτει λέγοντας: «Και συ, Δανιήλ, έγκλεισον τους λόγους και σφράγισον το βιβλίον, έως του εσχάτου καιρού∙ τότε πολλοί θέλουσι περιτρέχει και η γνώσις θέλει πληθυνθή» (Δανιήλ, ιβ΄:4). Σήμερα βλέπουμε πολλά γεγονότα και αλλαγές να λαμβάνουν χώρα στις κοινωνίες των ανθρώπων. Παρατηρούμε επίσης μεγάλες διακυμάνσεις στο βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων, σε όλους τους τομείς του, είτε κοινωνικό, είτε πολιτιστικό ή οικονομικό ή εκπαιδευτικό ή ηθικό. Είναι φανερό ότι μεγάλος αριθμός ανθρώπων αντιμετωπίζει προβλήματα επιβίωσης, όπως επίσης είναι φανερή η ισοπέδωση ηθικών αξιών, ακόμα και με επιβολή ανθρώπινων νόμων.

Συνεπώς οι σημερινοί καιροί που περνάμε είναι δύσκολοι και όσο προχωράμε θα γίνονται δυσκολότεροι,  όπως άλλωστε ο λόγος του Θεού προφητεύει: «εν ταις εσχάταις ημέραις θέλουσιν ελθεί καιροί κακοί∙ διότι θέλουσιν είσθαι οι άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι, βλάσφημοι, απειθείς εις τους γονείς, αχάριστοι, ανόσιοι, άσπλαγχνοι, αδιάλλακτοι, συκοφάνται, ακρατείς, ανήμεροι, αφιλάγαθοι, προδόται, προπετείς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μάλλον παρά φιλόθεοι, έχοντες μεν μορφή ευσεβείας, ηρνημένοι δε την δύναμην αυτής.Και τούτους φεύγε»(Β΄Τιμόθεον,γ΄:1-5).

Κάθε άνθρωπος όμως που μετανοεί, πιστεύει και επικαλείται  τον Ιησού Χριστό, ο Κύριος τον συγχωρεί και τον κάνει ένα νέο κτίσμα ελευθερωμένο από τις παραπάνω αμαρτωλές συμπεριφορές. Από κει και πέρα, ο κάθε αναγεννημένος πιστός γνωρίζει ότι ‘με άρτον μόνον δεν θέλει ζήσει ο άνθρωπος, αλλά με πάντα λόγον εξερχόμενον διά στόματος Θεού’(Ματθ. δ΄:4). Γι’ αυτό πρέπει να δώσει μεγάλη προσοχή στο να ‘εξαγοράζει τον καιρό’, που σημαίνει να ‘τρέφεται’ με τον λόγο του Θεού’ κάθε μέρα, ώστε να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Στη Καινή Διαθήκη διαβάζουμε σχετικά:

«Επειδή τούτο είναι το θέλημα του Θεού, ο αγιασμός σας, να απέχησθε από της πορνείας, να εξεύρη έκαστος υμών να κρατή το εαυτού σκεύος εν αγιασμώ και τιμή…» ( Α΄ Θεσσαλονικείς, δ΄:3-4).

«Διότι αρκετός είναι εις ημάς ο παρελθών καιρός του βίου, ότε επράξαμεν το θέλημα των εθνών, περιπατήσαντες εν ασελγείαις, επιθυμίαις, οινοποσίαις, κώμοις, συμποσίοις και αθεμίτοις ειδωλολατρείαις και δια τούτο παραξενεύονται ότι σεις δεν συντρέχετε με αυτούς εις την αυτήν εκχείλισιν της ασωτίας, και σας βλασφημούσιν»( Α΄ Πέτρου, δ΄:3,4).

«Διότι ήσθε πότε σκότος, τώρα όμως φως εν Κυρίω∙ περιπατείτε ως τέκνα φωτός∙ διότι ο καρπός του Πνεύματος είναι εν πάση αγαθωσύνη και δικαιοσύνη και αληθεία∙ εξετάζοντες τι είναι ευάρεστον εις τον Κύριον»(Εφεσίους,ε΄:7-10).

«Περιπατείτε εν φρονήσει προς τους έξω, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν.  Ο λόγος σας ας είναι πάντοτε με χάριν, ηρτυμένος με άλας, διά  να εξεύρητε πως πρέπει να αποκρίνησθε προς ένα έκαστον» (Κολοσσαείς, δ΄: 5-6).

Ο Κύριος Ιησούς ήρθε στη Γη, έγινε άνθρωπος με σκοπό να σώσει τον άνθρωπο και να περάσει το μήνυμα της σωτηρίας, μέσω των αποστόλων Του, σε όλους τους ανθρώπους, όλων των αιώνων. Ο Κύριος δεν μίλησε ποτέ για ένα Ευαγγέλιο που οποιοσδήποτε άνθρωπος ή εκκλησία θα μπορούσε να παρεμβαίνει στα γραφόμενα προσθέτοντας ή αφαιρώντας, αλλά αντίθετα εφιστά  την προσοχή μας λέγοντας:

«Όστις λοιπόν αθετήση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων και διδάξη ούτω τους ανθρώπους, ελάχιστος θέλει ονομασθή εν τη βασιλεία των ουρανών όστις δε εκτελέση και διδάξη, ούτος μέγας θέλει ονομασθή εν τη βασιλεία των ουρανών.» (Ματθαίος, ε΄:5)

«Διότι μαρτύρομαι εις πάντα ακούοντα τους λόγους της προφητείας του βιβλίου τούτου, Εάν τις επιθέση εις ταύτα, ο Θεός θέλει επιθέσει εις αυτόν τας πληγάς τας γεγραμμένας εν τω βιβλίω τούτω. Και εάν τις αφαιρέση από των λόγων του βιβλίου της προφητείας ταύτης, ο Θεός θέλει αφαιρέσει το μέρος αυτού από του βιβλίου της ζωής, και από της πόλεως της αγίας, και των γεγραμμένων εν τω βιβλίω τούτω» (Αποκάλυψη,κβ΄:18-19).

Αυτό λοιπόν που δεν μπορεί να αλλάξει κανένας είναι ο λόγος του Θεού του ζώντος και αυτό γιατί ο Θεός είναι o ίδιος χθες και σήμερα και στους αιώνες και δεν υπάρχει  σ’ Αυτόν αλλοίωση ή σκιά μεταβολής. (Εβρ.ιγ΄:8,Ιακ. α΄:17).  Συνεπώς κάθε αναγεννημένος χριστιανός, αν θέλει να υπομείνει έως τέλους αγωνιζόμενος κατά της αμαρτίας, είναι απαραίτητο να εξαγοράζει σοφά τον χρόνο του, φροντίζοντας να ‘τρέφει’ καθημερινά τον εσωτερικό του άνθρωπο, με την υγιαίνουσα διδασκαλία του ευαγγελίου καθώς επίσης πρέπει να ζητά δια της προσευχής, την ενίσχυση του Αγίου Πνεύματος στη ζωή του, ώστε να εννοεί και εφαρμόζει αυτή τη διδασκαλία.

Ολοκληρώνοντας λέμε ότι το  πρότυπο της σωστής εξαγοράς του χρόνου, μας το δίνει η πρώτη αποστολική εκκλησία. Διαβάζουμε σχετικά:«Και ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων και εν τη κοινωνία και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς» (Πράξ. β΄:42). Επομένως, εφόσον δεν συντρέχουν περιοριστικοί λόγοι,(ασθένειες, διωγμοί, αποστάσεις κ.α.), η σωστή εξαγορά του χρόνου, εκ μέρους του πιστού, καθορίζεται από τη συμμετοχή αυτού και στη διδασκαλία του λόγου από τους αποστόλους του Κυρίου και στη συναναστροφή με πιστούς και στη Θεία Κοινωνία και στις προσευχές. Ο Κύριος, λοιπόν, θέλει να εξαγοράσουμε το χρόνο μας στις δύσκολες αυτές ημέρες που περνάμε, μιμούμενοι το πνευματικό περπάτημα των αγίων αδελφών μας  της πρώτης αποστολικής εκκλησίας, εμμένοντες σ’ αυτά που και εκείνοι ενέμεναν, αν θέλουμε να έχουμε τα αποτελέσματα στο έργο του Κυρίου που  εκείνοι  είχαν. Αμήν!

 

 

«Πας λοιπόν όστις με ομολογήση έμπροσθεν των ανθρώπων, θέλω ομολογήσει και εγώ αυτόν έμπροσθεν του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς. Όστις δε με αρνηθή έμπροσθεν των ανθρώπων, θέλω αρνηθή αυτόν και εγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθαίος, ι΄: 32-33)

Ο Πατέρας Θεός ευδόκησε να φέρει στο κόσμο τον Υιό του τον μονογενή, τον άνθρωπο Ιησού Χριστό, ο οποίος είναι ο Λόγος Θεός που  ενανθρωπίστηκε όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, λαμβάνοντας δούλου μορφή (Ιωάννης, α΄:1,14). Ο Κύριος Ιησούς ήρθε με ένα σκοπό, να κηρύξει  το ευαγγέλιο της σωτηρίας, να πειρασθεί όμοια με μας αλλά χωρίς να πέσει σε αμαρτία, έτσι ώστε να πληρώσει για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων με τη θυσία Του στο σταυρό του Γολγοθά και να αναστηθεί, σαν αναμάρτητος, για να δικαιώσει κάθε άνθρωπο που θα πιστέψει σ’ Αυτόν και θα Τον επικαλεστεί. Ο Κύριος θέλει να κερδίσει την αγάπη του ανθρώπου με την αγάπη Του. Θέλει ο άνθρωπος να καταλάβει πως ο Πατέρας Θεός δεν απέστειλε τον Υιόν Αυτού για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος δι’ Αυτού (Ιωάννης,γ΄:17). Δεν είναι Θεός που μισεί τον άνθρωπο, αλλά μισεί την αμαρτία, η οποία είναι εμπόδιο για την είσοδο του ανθρώπου στη Βασιλεία των Ουρανών. Ο Ιησούς Χριστός καλεί κάθε άνθρωπο από οποιαδήποτε φυλή, γλώσσα, έθνος, λαό, λέγοντας: «Έλθετε προς με, πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, και εγώ θέλω σας αναπαύσει. Άρατε τον ζυγόν μου εφ’υμάς, και μάθετε απ’εμού∙ διότι πράος είμαι και ταπεινός την καρδίαν∙ και θέλετε ευρεί ανάπαυσιν εν ταις ψυχαίς υμών. Διότι ο ζυγός μου είναι καλός, και το φορτίον μου ελαφρόν» (Ματθαίος, ια΄:28-30).

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Κύριος θέλει να αναπαύσει τις ψυχές όσων έλθουν σ’ Αυτόν και να τους δώσει ένα καλό ζυγό και ελαφρύ φορτίο. Σχετικά με το φορτίο και το ζυγό του χριστιανού ο Κύριος αναφέρει: « Εάν τις θέλη να έλθη οπίσω μου, ας απαρνηθή εαυτόν και ας σηκώση τον σταυρόν αυτού καθ’ημέραν, και ας με ακολουθή. Διότι όστις θέλει να σώση την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν∙ και όστις απολέση την ζωήν αυτού ένεκεν εμού, ούτος θέλει σώσει αυτήν» (Λουκάς, θ΄:23-24). Απάρνηση εαυτού σημαίνει να μην κάνω του κεφαλιού μου αλλά να έχω οδηγό μου το λόγο του Θεού. Ακολουθώ τον Κύριο σημαίνει να έχω τον Κύριο να προπορεύεται σε κάθε ενέργεια στη ζωή μου. Το να σηκώνω κάθε μέρα το σταυρό που μου δίνει ο Κύριος σημαίνει να υπομένω κάθε μέρα την παιδεία, τις δοκιμασίες και τις θλίψεις που Αυτός επιτρέπει στη ζωή μου. ‘Χάνω’ τη ζωή μου εξαιτίας του Κυρίου Ιησού σημαίνει ότι απαρνούμαι το κοσμικό και σαρκικό φρόνημα – το οποίο οδηγεί στον αιώνιο θάνατο – και ακολουθώ το φρόνημα του Θεού, που είναι ζωή και ειρήνη.

Έτσι λοιπόν ο Κύριος θέλει να σηκώσουμε ένα απαλό φορτίο που Αυτός θα μας δώσει, βέβαια με τη δική Του βοήθεια, μιας και όπως ο ίδιος είπε             ‘Ο μένων εν εμοί και εγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, διότι χωρίς εμού δεν δύνασθε να κάμητε ουδέν’ (Ιωάννης, ιε΄:5).

Μέρος του φορτίου που περιλαμβάνεται στο σταυρό του χριστιανού είναι η ομολογία. Αυτό διότι ενώ η ομολογία αποτελεί την απλή φανέρωση από τον χριστιανό στους συνανθρώπους του, των ενεργειών του Θεού στη ζωή του,  με λόγια και έργα, συνήθως συνοδεύεται από αντιδράσεις κυρίως των οικείων του προσώπων. Αυτό συμβαίνει διότι όταν έρχεται ο Χριστός στη ζωή ενός ανθρώπου, μπαίνει ένα «χώρισμα» λόγω διαφορετικών φρονημάτων που υπάρχουν μεταξύ αυτού και των μελών της οικογενείας του, που δεν έχουν γνωρίσει ακόμα τον Κύριο σαν προσωπικό τους σωτήρα. Ο Κύριος αμέσως μετά την αναφορά Του  στην ομολογία του πιστού (αρχή άρθρου), μας λέει σχετικά : «Μη νομίσητε ότι ήλθον να βάλω ειρήνην επί την γήν∙ δεν ήλθον να βάλω ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Διότι ήλθον να διαχωρίσω άνθρωπον κατά του πατρός αυτού, και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής, και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής. Και εχθροί του ανθρώπου θέλουσιν είσθαι οι οικιακοί αυτού. Όστις αγαπά πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού∙ και όστις αγαπά υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού∙ και όστις δεν λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, δεν είναι άξιος εμού. Όστις εύρη την ζωήν αυτού θέλει απολέσει αυτήν, και όστις απολέση την ζωήν αυτού δι' εμέ θέλει ευρεί αυτήν.» (Ματθαίος, ι΄:34-37).

Βέβαια αυτή η ‘μάχαιρα’ που ο Κύριος βάζει, από τη μια συντελεί στην αύξηση του χριστιανού στην αγάπη, εφόσον βέβαια αυτός υπομένει την παιδεία που ο Θεός επιτρέπει  και από την άλλη εργάζεται έργο καλό στις καρδιές των οικείων που αντιδρούν, εφόσον βέβαια αυτοί έχουν την διάθεση να διαπιστώσουν αν η ομολογία του οικείου τους είναι αποτέλεσμα της ενέργειας του Θεού στη ζωή του ή ανθρώπινης πλάνης.

Σε κάθε περίπτωση η ομολογία με λόγια του χριστιανού πρέπει να συνοδεύεται με το σωστό πνευματικό του περπάτημα στη καθημερινή ζωή. Αυτό σημαίνει ότι φροντίζει να τρέφεται καθημερινά με τον λόγο του Θεού, προσπαθεί να  πληρώνεται με Άγιο Πνεύμα ώστε να κρατάει τις εντολές του Θεού στην καρδιά του και να τις κάνει πράξη στη ζωή του και προσέχει να περπατάει ακριβώς στο θέλημα του Κυρίου.

Ομολογεί Χριστό ένας χριστιανός όταν συγχωρεί τον εχθρό του και κάνει έργα αγαθά: «Εάν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, τρέφε αυτόν∙ εάν διψά, πότιζε αυτόν∙ διότι πράττων τούτο, θέλεις σωρεύσει άνθρακας πυρός επί την κεφαλήν αυτού. Μη νικάσαι υπό του κακού, αλλά νίκα δια του αγαθού το κακό» (Ρωμαίους, ιβ΄:20-21).

Μια χριστιανή γυναίκα ομολογεί θεοσέβεια ‘άνευ λόγου’ με τη σωστή συμπεριφορά της και το σεμνό ντύσιμό της: «Ωσαύτως και αι γυναίκες με στολήν σεμνήν, με αιδώ και σωφροσύνην να στολίζωσι εαυτάς, ουχί με πλέγματα,ή χρυσόν,ή μαργαρίτας,ή ενδυμασίαν πολυτελή∙αλλά το οποίον πρέπει εις γυναίκας επαγγελομένας θεοσέβειαν, με έργα αγαθά» (Α΄Τιμόθεον,β΄:9-10).                                       «Ομοίως αι γυναίκες, υποτάσσεσθε εις τους άνδρας υμών, ίνα και εάν τινές απειθώσιν εις τον λόγον, κερδηθώσιν άνευ του λόγου διά της διαγωγής των γυναικών, αφού ίδωσι την μετά φόβου καθαράν διαγωγήν σας»(Α΄Πέτρου,γ΄:1,2).

Τέλος αναφέρουμε ότι είτε όταν ομολογούμε σε κάποιον τις ενέργειες του Κυρίου στη ζωή μας με δική μας πρωτοβουλία, είτε όταν μας ζητάει κάποιος να του μιλήσουμε για την ελπίδα που έχει δώσει ο Κύριος στη ζωή μας, θα πρέπει να μιλάμε με πραότητα και φόβο Θεού αποβλέποντας στην οικοδομή του συνανθρώπου μας  και όχι με υπεροψία και με κύριο κίνητρο το προσωπικό μας όφελος  (Α΄ Πέτρου, γ΄:15).

Συνοψίζοντας λένε ότι η ομολογία όσων γνωρίσαμε τον Χριστό σαν προσωπικό μας σωτήρα γίνεται μεν δια του στόματος μας σύμφωνα με το γεγραμμένο ‘εάν ομολογήσης δια του στόματός σου τον Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών, θέλεις σωθή’ (Ρωμαίους, ι΄:9), αλλά είναι ευάρεστη στο Θεό όταν είμαστε στο θέλημα του Θεού και προσπαθούμε να κάνουμε το λόγο Του πράξη στη ζωή μας. Αμήν!

 

 

«Ο Θεός, όστις έκαμε τον κόσμον και πάντα τα εν αυτώ, ούτος Κύριος ων του ουρανού και της γης, δεν κατοικεί εν χειροποιήτοις ναοίς, ουδέ λατρεύεται υπό χειρών ανθρώπων ως έχων χρείαν τινός, επειδή αυτός δίδει εις πάντας ζωήν και πνοήν και τα πάντα• και έκαμεν εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων, διά να κατοικώσιν εφ' όλου του προσώπου της γης, και διώρισε τους προδιατεταγμένους καιρούς και τα οροθέσια της κατοικίας αυτών, διά να ζητώσι τον Κύριον, ίσως δυνηθώσι να ψηλαφήσωσιν αυτόν και να εύρωσιν, αν και δεν είναι μακράν από ενός εκάστου ημών (Πράξεις, ιζ΄: 24-27)

«Μη μεριμνάτε περί μηδενός∙ αλλ’ εν παντί πράγματι ας γνωρίζονται τα ζητήματά σας προς τον Θεόν μετ’ ευχαριστίας διά της προσευχής και της δεήσεως. Και η ειρήνη του Θεού, η υπερέχουσα πάντα νούν, θέλει διαφυλάξει τας καρδίας σας και τα διανοήματά σας διά του Ιησού Χριστού» (Φιλιππησίους, δ΄: 6-7)

Ο Τριαδικός Θεός προς το τέλος της δημιουργίας του κόσμου, όταν ήταν να δημιουργήσει τον άνθρωπο είπε: «Ας κάμωμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημών, καθ' ομοίωσιν ημών» και στη συνέχεια ‘έπλασε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον από χώματος εκ της γης. και ενεφύσησεν εις τους μυκτήρας αυτού πνοήν ζωής, και έγεινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν’ (Γένεση, α΄:26, β΄:7). Έτσι ο άνθρωπος έχει πνεύμα, δοσμένο από το Θεό, με το οποίο επικοινωνεί μ’ Αυτόν. Οι πρωτόπλαστοι είχαν άμεση επικοινωνία με το Θεό, μιας και άκουγαν τη φωνή Του και συνομιλούσαν μ’ Αυτόν.

Βέβαια ο Θεός έκανε τον άνθρωπο ελεύθερο και του έδωσε τη δυνατότητα να επιλέξει αν θέλει να εκτελέσει το θέλημά Του. Έτσι επέτρεψε στον διάβολο να παρέμβει και να πλανήσει την Εύα με τελικό αποτέλεσμα την είσοδο της αμαρτίας και του μισθού αυτής που είναι ο θάνατος, στη ζωή των πρωτοπλάστων. Άμεση συνέπεια της αμαρτίας ήταν η  εκδίωξη  των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο και η διακοπή της καθημερινής επικοινωνίας τους με το Θεό.

Στη συνέχεια βλέπουμε τα δύο πρώτα παιδιά των πρωτοπλάστων, τον Κάιν και τον Άβελ, να έχουν κάποια επικοινωνία με τον Θεό και να του προσφέρουν  θυσία από τα προϊόντα που παρήγαγαν. Ο Θεός ανταποκρίθηκε θετικά μόνο στη θυσία του Άβελ και έλεγξε τον Κάιν που οργίστηκε, εξηγώντας του, ότι υπάρχει αμαρτία στη ζωή του. Δυστυχώς ο Κάιν αντί να μετανοήσει, σκότωσε τον αδελφό του.

Στις γενιές των ανθρώπων που ακολούθησαν βλέπουμε την αμαρτία να αυξάνει με αποτέλεσμα στη όγδοη γενιά μετά τον Αδάμ, οι μόνοι άνθρωποι που είχαν σωστή επικοινωνία με το Θεό και υπάκουαν στο θέλημά Του, ήταν ο Νώε, η γυναίκα του, τα τρία παιδιά του και οι  τρεις νύφες του. Ο Θεός για να μη διαφθαρούν και αυτοί, αναγκάστηκε να κάνει τον κατακλυσμό. Στις γενιές των ανθρώπων που γεννήθηκαν μετά τον κατακλυσμό και γενικά στα διάφορα έθνη που σχηματίστηκαν, βλέπουμε να επικρατεί η ειδωλολατρία αντί της λατρείας του αληθινού Θεού.

Βέβαια πάντα υπήρχαν ειλικρινείς άνθρωποι που είχαν επικοινωνία με τον αληθινό Θεό. Μέσα στην Αγία Γραφή διαβάζουμε σχετικά με πολλούς πιστούς ανθρώπους που προσεύχονταν στον Θεό και ο Κύριος τους απαντούσε και τους χρησιμοποιούσε στο έργο που είχε καθορίσει. Βλέπουμε τον ονομαζόμενο πατέρα της πίστης, τον Αβραάμ,  να υπακούει στην κλήση του Θεού και να πιστεύει στην επαγγελία που του έδωσε, ενώ δεν είχε ακόμη παιδί, ότι οι απόγονοί του θα είναι αναρίθμητοι σε πλήθος. Έτσι από τον Αβραάμ προήλθε ο λαός Ισραήλ,  που ήταν ο μόνος λαός που είχε, έστω κατά μέρος και κατά καιρούς, επικοινωνία με τον αληθινό Θεό. Γνωστοί άνδρες πίστεως από το λαό αυτό, όπως ο Μωυσής, ο Ιησούς του Ναυή, ο Σαμουήλ, ο Δαβίδ, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Δανιήλ και άλλοι, συνομιλούσαν με τον Θεό στην προσευχή τους και λάβαιναν οδηγίες τι να κάνουν  έτσι ώστε να διατηρείται στο λαό τους η επικοινωνία με τον αληθινό Θεό και ο εξ αυτής απορρέων αγιασμός.

Έτσι όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, μέσω της αγίας παρθένου Μαρίας, ενανθρωπίστηκε ο Υιός του Θεού Ιησούς Χριστός, ο οποίος πλήρωσε με το άγιο αίμα Του, πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων όλων των εθνών  και φυλών και αναστήθηκε για τη δικαίωσή τους. Συνεπώς από την ανάσταση του Κυρίου μέχρι σήμερα, η επικοινωνία του ανθρώπου με τον αληθινό Θεό έχει προϋπόθεση την αποδοχή εκ μέρους του πιστού αυτής της λυτρωτικής θυσίας, μιας και ο ίδιος ο Κύριος είπε: ‘Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ειμή δι' εμού’(Ιωάννης, ιδ΄:6). Όταν λοιπόν κάθε άνθρωπος δεχθεί τον έλεγχο του Αγίου Πνεύματος, μετανοήσει για τις αμαρτίες του και πιστέψει ότι ο Ιησούς Χριστός έχυσε το αίμα Του και για τις δικές του αμαρτίες, τότε θα Τον επικαλεστεί και ο Κύριος θα τον βεβαιώσει για την αλήθεια των γεγραμμένων, δίνοντας του συγχώρεση και ανάπαυση στη ψυχή του. Τότε ο Πατέρας Θεός αναγεννάει τον πιστό άνθρωπο σε ζωντανή ελπίδα και τον κάνει παιδί Του.

Από κει και πέρα το αναγεννημένο παιδί του Θεού, για να αυξάνεται πνευματικά, πρέπει να έχει καθημερινή επικοινωνία με το Πατέρα Θεό. Η προσευχή είναι το μέσο επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό. Διαβάζοντας τη Καινή Διαθήκη, παρατηρούμε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός προσευχότανε αδιαλείπτως  και μάλιστα σύστηνε στους μαθητές του: «Προσέχετε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε∙ διότι δεν εξεύρετε πότε είναι ο καιρός» (Μάρκος, ιγ΄:33) και : «αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, δια να μην εισέλθητε εις πειρασμόν∙ το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σάρξ ασθενής» (Μάρκος, ιδ΄: 38). Ακόμα, διαβάζουμε τα λόγια της προσευχής του Κυρίου στο 17ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του Ιωάννη, ο οποίος προσευχότανε για τον εαυτό Του, τους μαθητές Του και αυτούς που θα σώζονταν από το κήρυγμα των μαθητών. Επίσης στην προς Εβραίους επιστολή διαβάζουμε σχετικά με τον Κύριο Ιησού: «Όστις εν ταις ημέραις της σαρκός αυτού, αφού μετά κραυγής δυνατής και δακρύων προσέφερε δεήσεις και ικεσίας προς τον δυνάμενον να σώζη αυτόν εκ του θανάτου, και εισηκούσθη διά την ευλάβειαν αυτού, καίτοι ων υιός, έμαθε την υπακοήν αφ’ όσον έπαθε. Και γενόμενος τέλειος κατεστάθη αίτιος σωτηρίας αιωνίου εις πάντας τους υπακούοντας εις αυτόν» (Εβραίους, ε΄:7-9). Ο Χριστός υπέφερε σαν άνθρωπος και πόνεσε και επειδή δοκιμάστηκε σαν άνθρωπος έδωσε ο ίδιος το παράδειγμα της προσευχής και της νηστείας, επειδή αυτά τα δυο είναι χρήσιμα  πνευματικά όπλα  του χριστιανού για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις του πονηρού στη ζωή του, σύμφωνα με το γεγραμμένο: «Τούτο δε το γένος δεν εξέρχεται, ειμή διά προσευχής και νηστείας» (Ματθαίος, ιζ΄:21).

Ο Κύριος μας διδάσκει πώς πρέπει να προσευχόμαστε ώστε να υπάρχει απάντηση, λέγοντας να μη προσευχόμαστε για να μας επαινούν οι άνθρωποι, να μην βαττολογούμε επειδή ο Θεός ξέρει τι έχουμε ανάγκη και μας σύστησε να λέμε τη προσευχή που είναι γνωστή σαν το «Πάτερ ημών». Βέβαια αυτή την προσευχή δεν είναι να τη λέμε τυπικά, αλλά να εννοούμε την ιεραρχία των αιτημάτων  που θέτει όπως και να μη λέμε ψέματα λέγοντας ‘συγχώρησον εις ημάς τας αμαρτίας ημών, καθώς και ημείς συγχωρούμεν εις τους αμαρτάνοντας εις ημάς’, διότι όπως ο Κύριος συμπληρώνει ‘εάν συγχωρήσητε εις τους ανθρώπους τα πταίσματα αυτών, θέλει συγχωρήσει και εις εσάς ο Πατήρ σας ο ουράνιος εάν όμως δεν συγχωρήσητε εις τους ανθρώπους τα πταίσματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ σας θέλει συγχωρήσει τα πταίσματά σας’(Ματθαίος,ς΄:6-15). Επίσης, ο Θεός ευαρεστείται σε αυτόν που έχει συντετριμμένη καρδιά και ταπεινό πνεύμα (Ησαΐας, νζ΄:15), όπως επιπρόσθετα αναφέρεται και στη γνωστή παραβολή που είπε ο Κύριος, η περίπτωση του τελώνη  που ομολογούσε τα λάθη του, σε αντίθεση με την αυτοδικαίωση του Φαρισαίου (Λουκάς, ιη΄:9-14,.

Στην εκκλησιαστική ζωή, η προσευχή είναι ένα από τα τέσσερα πνευματικά στηρίγματα του χριστιανού και της εκκλησίας καθώς διαβάζουμε σχετικά την πρώτη αποστολική εκκλησία :«Και ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων, και εν τη κοινωνία, και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς» (Πράξεις, β΄:42). Τότε υπήρχε  συνεχής και ένθερμη προσευχή και κατά συνέπεια αγιασμός, με αποτέλεσμα ‘του πλήθους των πιστευσάντων η καρδία και η ψυχή ήτο μία’ και ο Κύριος ενεργούσε θαυμάσια  και έδινε  πλούσια  τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος (Πράξεις, δ΄:31-37).

Επί πλέον για την εποικοδομητική επικοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό,  ο Κύριος δίνει και σήμερα δωρεάν την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος, ‘στους  πιστεύοντας, αιτούντας και πειθαρχούντας. Το Άγιο Πνεύμα κάνει ένα θαυμαστό έργο στη προσευχή: «Ωσαύτως δε και το Πνεύμα συμμβοηθεί εις τας ασθενείας ημών∙ επειδή το τι να προσευχηθώμεν ως πρέπει, δεν εξεύρομεν, αλλ’ αυτό το Πνεύμα ικετεύει υπέρ ημών δια στεναγμών αλαλήτων. Ο δε ερευνών τας καρδίας εξεύρει τι είναι το φρόνημα του Πνεύματος, ότι κατά Θεόν ικετεύει υπέρ των αγίων» (Ρωμαίους, η΄:26-27).

Ολοκληρώνοντας λέμε ότι σήμερα στην οικονομία της χάριτος που ζούμε, εποικοδομητική επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό πραγματοποιείται μόνο με την επίκληση του ονόματος και της χάριτος του Ιησού Χριστού και κάτω από την οδηγία και διοίκηση του Άγιου Πνεύματος. Αμήν.

 
Περισσότερα Άρθρα...

Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν. (Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον α' 12)