«Εν αρχή ήτο ο Λόγος, και ο Λόγος ήτο παρά τω Θεώ, και Θεός ήτο ο Λόγος. … Και ο Λόγος έγεινε σάρξ, και κατώκησε μεταξύ ημών, (και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός,) πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιωάνης, α΄:1,14)

Στις 25 Δεκεμβρίου κάθε έτους, εορτάζονται στην Ελλάδα και σε όλο τον χριστιανικό κόσμο τα Χριστούγεννα, δηλαδή η γέννηση του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, ο οποίος γεννήθηκε σε μια φάτνη και ήρθε στον κόσμο απλά και ταπεινά για να σώσει τον άνθρωπο και να του χαρίσει ζωή αιώνια. Από τις αρχές ακόμα του Δεκέμβρη, στους δρόμους, στις πλατείες, στα καταστήματα και στα σπίτια βλέπουμε πολλά φώτα,  χριστουγεννιάτικα δέντρα, αναπαραστάσεις  της γέννησης του Χριστού μέσα στη φάτνη ενός στάβλου με ζώα και ακούμε τους γνωστούς χριστουγεννιάτικους ύμνους. Οι ευχές  ‘καλά Χριστούγεννα’ και ‘καλές γιορτές’ είναι χαρακτηριστικές στις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων όπως και η ανταλλαγή επισκέψεων και δώρων μεταξύ γνωστών, συγγενών και φίλων. Επίσης αυτές τις μέρες πολλοί θυμούνται  συνανθρώπους μας που πάσχουν ή βρίσκονται σε ανάγκη, επισκεπτόμενοι αυτούς και παρέχοντας κάποια βοήθεια. Ανήμερα τη μέρα των Χριστουγέννων  τα μικρά παιδιά αλλά και μεγαλύτεροι, λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα αποκομίζοντας κάποιο χρηματικό κέρδος, ενώ το βράδυ πολλοί συνηθίζουν να εορτάζουν χορεύοντας σε κέντρα διασκεδάσεως.

Έτσι τα Χριστούγεννα, για πολλούς  συνανθρώπους  μας είναι μια γιορτή που χαρακτηρίζεται από καλλιτεχνικές και κοινωνικές εκδηλώσεις και που τους δίνει την ευκαιρία να ξεκουραστούν και να διασκεδάσουν. Είναι όμως όλα αυτά ευάρεστα ενώπιον του Θεού;

Ας δούμε μέσα από το λόγο του Θεού την σημασία της γέννησης του Κυρίου Ιησού. Θεμελιώδες δόγμα της χριστιανικής πίστης είναι ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι ο ‘μικρός Χριστούλης’ που όταν μεγάλωσε έκανε θαύματα, αλλά ο Λόγος-Θεός, που έγινε άνθρωπος. Διαβάζουμε σχετικά :

«Εν αρχή ήτο ο Λόγος, και ο Λόγος ήτο παρά τω Θεώ, και Θεός ήτο ο Λόγος. Ούτος ήτο εν αρχή παρά τω Θεώ. Πάντα δι’ αυτού έγειναν∙ και χωρίς αυτού δεν έγεινεν ουδέ εν τω οποίον έγεινεν…... Και ο Λόγος έγεινε σαρξ και κατώκησε μεταξύ ημών, και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιωάννης, α΄:1-3,14).

«όστις είναι εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως∙ επειδή δι’ αυτού εκτίσθησαν τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι, είτε κυριότητες, είτε αρχαί, είτε εξουσίαι, τα πάντα δι’ αυτού και δι’ αυτόν εκτίσθησαν∙ και αυτός είναι προ πάντων, και τα πάντα συντηρούνται δι’ αυτού» (Κολοσσαείς,α΄:15-17).

«Είπε προς αυτούς ο Ιησούς, Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Πριν γείνη ο Αβραάμ εγώ είμαι. Εσήκωσαν λοιπόν λίθους διά να ρίψωσι κατ’ αυτού∙ πλην ο Ιησούς εκρύβη, και εξήλθεν εκ του ιερού, περάσας διά μέσου αυτών∙ και ούτως ανεχώρησε» (Ιωάννης,η΄:56-59).

«Και αναντιρρήτως το μυστήριον της ευσεβείας είναι μέγα• ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν πνεύματι, εφάνη εις αγγέλους, εκηρύχθη εις τα έθνη, επιστεύθη εις τον κόσμον, ανελήφθη εν δόξη» (Α΄ Τιμόθεον, γ΄:13)

Αλήθεια  είναι δύσκολο κάποιος να πιστέψει ότι ο Κύριος Ιησούς υπήρχε πριν γεννηθεί, επειδή αυτό δεν είναι συμβατό με την ανθρώπινη  λογική. Γι’ αυτό αντί η γέννηση του Θεανθρώπου να είναι μια τυπική παραδοσιακή γιορτή μιας μέρας το χρόνο, καλό θα είναι να αποτελεί σε κάθε άνθρωπο ένα ουσιαστικό ερέθισμα στο να ερευνήσει το ευαγγέλιο  και να αναρωτηθεί  ποιός πιστεύει ότι είναι ο Ιησούς Χριστός.

Σύμφωνα με το ευαγγέλιο, η γέννηση του Χριστού έγινε δια του Αγίου Πνεύματος. Η παρθένος Μαρία, όταν ήταν αρραβωνιασμένη με τον Ιωσήφ, ευαγγελίστηκε από τον άγγελο Γαβριήλ ότι βρήκε χάρη ενώπιον του Θεού και ότι θα γεννήσει υιό και θα τον ονομάσει Ιησού. Επί πλέον ο άγγελος της είπε ότι ο Ιησούς θα είναι μέγας, ότι θα ονομαστεί Υιός Υψίστου, ότι ο Θεός θα του δώσει το θρόνο του Δαβίδ και θα βασιλεύσει στον οίκο Ιακώβ στους αιώνες και του οποίου η βασιλεία δεν θα έχει τέλος. Εκείνη λογικά απορημένη ρώτησε τον άγγελο πώς θα γίνει αυτό και εκείνος της απάντησε ότι Πνεύμα Άγιο θα έρθει σε εκείνη και δύναμη Θεού θα την επισκεφτεί, και ότι το παιδί που θα γεννήσει, θα ονομασθεί Υιός Θεού. Τότε η Μαρία δέχτηκε αυτό που της είπε ο άγγελος αποκαλώντας τον εαυτό της δούλη του Κυρίου (Λουκάς,α΄:26-38). Ο Κύριος Ιησούς γεννήθηκε στην Βηθλεέμ (Μιχαίας, ε΄:2), μέσα σε μια φάτνη ενός στάβλου, στις ημέρες της απογραφής, (Λουκάς,β΄:1-7). Έτσι  ο ‘Λόγος έγινε σάρκα’ και έλαβε δούλου μορφή γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους (Κολοσσαείς,β΄:7), για ένα μόνο λόγο: «Επειδή δεν απέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού εις τον κόσμον, διά να κρίνη τον κόσμον, αλλ’ διά να σωθή ο κόσμος δι’ αυτού»(Ιωάννης,γ΄:17). Συνεπώς ο Κύριος Ιησούς ήρθε για την σωτηρία των ανθρώπων, γιατί αγαπάει τον άνθρωπο και περιμένει να σώσει όποιον  πιστέψει και  επικαλεσθεί το όνομα Του (Πράξεις,β΄:21).

Φτάνει όμως  να πιστεύει απλά ο άνθρωπος στον Κύριο Ιησού χωρίς να τον έχει γνωρίσει σαν προσωπικό του σωτήρα; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, δόθηκε από τον ίδιο τον Κύριο όταν τον επισκέφτηκε νύχτα ένας Φαρισαίος, ο Νικόδημος. Αυτός πίστεψε ότι ο Κύριος Ιησούς είναι από τον Θεό, βλέποντας τα θαύματα που έκανε. Ο Ιησούς του απάντησε ότι εάν κάποιος δεν γεννηθεί ‘άνωθεν’, δεν μπορεί να δει την βασιλεία του Θεού. Επίσης του είπε ότι εάν δεν γεννηθεί κάποιος από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού. Εκείνο που γεννήθηκε από σάρκα είναι σάρκα, ενώ εκείνο που γεννήθηκε από το Πνεύμα είναι πνεύμα, … , ο άνεμος όπου θέλει πνέει και τη φωνή του ακούς, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται και που πηγαίνει  έτσι είναι καθένας που γεννήθηκε από το Πνεύμα(Ιωάννης,γ΄:1-8).

Δηλαδή όταν ο άνθρωπος  πιστέψει στον Ιησού Χριστό και στο Ευαγγέλιό Του, που είναι δύναμη Θεού προς σωτηρία (Ρωμαίους,α΄:16) τότε με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, ο Πατέρας  Θεός τον αναγεννάει και έτσι ο πιστός γίνεται ένα νέο κτίσμα εν Χριστώ Ιησού και υιός του Θεού (Ιωάνης,α΄:12,13 και Β΄ Κορινθίους, ε΄:17). Με την αναγέννηση ‘συλλαμβάνεται’ δια Πνεύματος Αγίου και αρχίζει να μορφώνεται μέσα στην πνευματική καρδιά του ανθρώπου ο Ιησούς Χριστός με αποτέλεσμα αυτός να ελευθερώνεται από πάθη και κακές επιθυμίες και να εκτελεί καλά έργα . Έτσι μόνο ο πιστός μπορεί να εννοήσει το γεγραμμένο ‘Και ο Λόγος έγεινε σάρξ’. Από κει και πέρα αρχίζει ο πνευματικός αγώνας του αναγεννημένου πιστού να μορφωθεί ο Χριστός μέσα στον εσωτερικό του άνθρωπο και να διατηρήσει την πίστη καθαρή μέχρι τέλους.

Αυτά τα Χριστούγεννα ας είναι αφορμή να πλησιάσουμε τον Θεό διαβάζοντας την Καινή Διαθήκη και προσευχόμενοι σ’ Αυτόν( αν δεν το έχουμε κάνει μέχρι τώρα) να μας αναγεννήσει, έτσι ώστε να εορτάζουμε ουσιαστικά και όχι τυπικά τα προσωπικά μας Χριστούγεννα. Αμήν!

 

«Πειρασμός δεν σας κατέβαλε ειμή ανθρώπινος∙ πιστός όμως είναι ο Θεός, όστις δεν θέλει σας αφήσει να πειρασθήτε υπέρ την δύναμίν σας, αλλά μετά του πειρασμού θέλει κάμει και την έκβασιν, ώστε να δύνασθε να υποφέρητε» (Α΄ Κορινθίους, ι΄:13)

«εξεύρει ο Κύριος να ελευθερόνη εκ του πειρασμού τους ευσεβείς» (Β΄ Πέτρου,β΄:9)

Στις δύσκολες μέρες που περνάμε, πολλοί άνθρωποι διερωτώνται για τα άσχημα γεγονότα που συμβαίνουν και συνήθως  τα ερωτήματα φανερώνουν   απιστία στο πρόσωπο του Θεού ή δυσπιστία στην παντοδυναμία και την δικαιοσύνη  Του. Όπως π.χ. ‘Που είναι ο Θεός;’, ‘Γιατί δεν κάνει κάτι;’, ‘Γιατί κάποιους επιτρέπει ο Θεός να δοκιμάζονται περισσότερο ενώ  άλλους λιγότερο;’, ‘Γιατί άδικοι να ευτυχούν και αθώοι όπως παιδιά να δυστυχούν;’

Η αλήθεια είναι ότι όντως πολλά προβλήματα αντιμετωπίζουν σήμερα και οι πιστοί χριστιανοί, είτε υγείας, είτε επαγγελματικά είτε οικογενειακά ή κοινωνικά και  επειδή κάποια από αυτά παραμένουν αναπάντητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, δοκιμάζεται η πίστη τους. Την ώρα που ο κάθε χριστιανός περνάει την δική του δοκιμασία, μπορεί εύλογα να αναρωτηθεί: ‘Γιατί να περάσω αυτή τη δοκιμασία;’, ‘Ο Θεός τι ακριβώς κάνει όταν με βλέπει να περνάω την δοκιμασία;’, ‘Γιατί δεν απαντάει άμεσα και πότε επιτέλους θα απαντήσει;’. Σε αυτά τα ερωτήματα, αλλά και σε κάθε σχετικό ερώτημα καλό είναι να στρέφουμε το βλέμμα μας στο γραμμένο λόγο του Θεού για να βρούμε απάντηση.

Στο λόγο του Θεού διαβάζουμε ότι οι δοκιμασίες που επιτρέπει ο Θεός στα δικά Του παιδιά, έχουν σκοπό την πνευματική αύξηση τόσο τη δική τους όσο και των ανθρώπων του περιβάλλοντος τους. Αυτός που δοκιμάστηκε ασυγκρίτως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο, είναι ο Κύριός μας ο Ιησούς Χριστός. Στο αποκορύφωμα της δοκιμασίας Του, πάνω στο σταυρό του Γολγοθά φώναξε με απορία προς τον Πατέρα Του: «…Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;” τουτέστι “Θεέ μου, Θεέ μου, διά τι με εγκατέλιπες; » (Ματθαίος, κζ΄:46).

Βέβαια ο Πατέρας δεν εγκαταλείπει τα παιδιά Του, αλλά στην περίπτωση την συγκεκριμένη υπήρχε ένας ευλογημένος λόγος που αυτό συνέβη. Διαβάζουμε σχετικά: «διότι τον μη γνωρίσαντα αμαρτίαν έκαμεν υπέρ ημών αμαρτίαν, διά να γείνωμεν ημείς δικαιοσύνη του Θεού δι' αυτού.» (Β΄ Κοριν., ε΄:21). Ο αναμάρτητος Κύριος Ιησούς πάνω στο Σταυρό ήταν φορτωμένος τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, γι’ αυτό ο Πατέρας, έστω για λίγο,Τον εγκατέλειψε, όμως στη συνέχεια σαν αναμάρτητος που ήταν,Τον ανέστησε. Έτσι με το άγιο αίμα Του που έχυσε πλήρωσε για τις αμαρτίες όλων μας ώστε να μπορεί να σώσει όποιον μετανοήσει και  πιστέψει σ’ Αυτόν (Ησαΐας,νγ΄:4-6).

Γι’ αυτό ο αναστημένος Ιησούς Χριστός  είναι ο μόνος σωτήρας και ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων(Α΄ Τιμόθ., β΄ 5). Έτσι όταν επικαλούμαστε τον Κύριο, είτε για συγχώρηση είτε για βοήθεια στη δοκιμασία, ο Κύριος μεσιτεύει για μας στον Πατέρα Θεό.  Επιπρόσθετα το Άγιο Πνεύμα συμβοηθεί στις ασθένειές μας, ικετεύοντας για μας, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, με στεναγμούς αλαλήτους. (Ρωμ.,η΄:26,27).

Συνεπώς ο Τριαδικός Θεός που θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι, συμπάσχει στις δοκιμασίες μας, όμως η βοήθειά Του πολλές φορές   στη ζωή μας δεν είναι όταν και όπως εμείς θα θέλαμε αλλά σύμφωνα με το αιώνιο συμφέρον μας. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο ο κάθε αναγεννημένος χριστιανός να τρέφεται με το γραμμένο λόγο του Θεού ώστε να διακρίνει τις ενέργειες του Κυρίου στη ζωή του και να αντιμετωπίζει νικηφόρα  τις επιθέσεις του πονηρού.

Έτσι μελετώντας την Καινή Διαθήκη, βλέπουμε τον τρόπο ζωής του Κυρίου, τον οποίο αν  μιμηθούμε θα αντιμετωπίσουμε νικηφόρα όπως Αυτός, τις προσωπικές μας δοκιμασίες. Ο Πατέρας Θεός επέτρεψε να φερθεί ο Κύριος Ιησούς δια του Αγίου Πνεύματος στην έρημο και να περαστεί με κάθε είδους πειρασμό από τον διάβολο. Ο Κύριος προετοιμάστηκε  σαράντα μέρες και νύχτες με νηστεία και προσευχή και στη συνέχεια αντιμετώπισε τους πειρασμούς του πονηρού χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα εδάφια από τον γραμμένο λόγο του Θεού. (Ματθαίος,δ΄:1-11).

Άλλο παράδειγμα έκβασης του Θεού μετά από δοκιμασία της πίστης, είναι η περίπτωση των γονέων του Ιωάννη του Βαπτιστή, οι οποίοι δεν είχαν λάβει το αίτημά τους που ήταν να έχουν ένα παιδί. Όμως, παρότι τόσα χρόνια άτεκνοι, δεν απομακρύνθηκαν από την πίστη στο Θεό, αλλά ‘ήσαν αμφότεροι δίκαιοι ενώπιον του Θεού, περιπατούντες εν πάσαις ταις εντολαίς και τοις δικαιώμασι του Κυρίου άμεμπτοι’(Λουκάς, α΄:6). Είχαν και οι δύο σε πρώτη θέση στην καρδιά τους το θέλημα του Κυρίου και το αίτημά τους σε δεύτερη. Ο Θεός όταν εκείνος  έκρινε, έστειλε τον άγγελό Του, να πει στον Ζαχαρία ότι θα κάνει παιδί με την Ελισάβετ (Λουκάς, α΄:8-25). Έτσι γεννήθηκε ο Ιωάννης ο οποίος έπρεπε να έρθει λίγο πιο πριν τον Κύριο Ιησού για να ετοιμάσει το δρόμο Του (Μαλαχίας, γ΄:1).

Αξιοθαύμαστο επίσης παράδειγμα πίστης, υπομονής και έκβασης του Κυρίου, είναι η περίπτωση του  Ιώβ. Ο Θεός επέτρεψε τον διάβολο να τον πειράξει. Έχασε τα δέκα του παιδιά, την περιουσία του και την υγεία του. Παρέμεινε όμως πιστός μέχρι τέλους, έδειξε υπομονή και όλη του την ελπίδα την είχε στον Θεό. Έτσι ο Κύριος του ξανάδωσε και άλλα δέκα παιδιά και την υγεία του και διπλάσια μερίδα περιουσίας (Ιώβ, μβ΄:12,13).      Τι έκανε ο Θεός όταν ο Ιώβ δοκιμαζόταν; Αυτό που βλέπουμε είναι ότι δεν τον άφησε να πειραστεί πάνω από τη δύναμή του, ούτε να πεθάνει από την ασθένεια, ούτε από την πείνα και τελικά έκανε την έκβαση, σύμφωνα με το αναφερθέν στην αρχή του άρθρου εδάφιο (Α΄ Κορινθίους, ι΄:13).

Τέλος αναφέρουμε το παράδειγμα του αποστόλου Παύλου, ο οποίος εκτίμησε σωστά την επίσκεψη του Κυρίου στη ζωή του και από διώκτης έγινε ο μεγαλύτερος απόστολος.  Παρ’ όλες τις μεγάλες δοκιμασίες που αντιμετώπισε  στο αποστολικό του έργο (Β΄Κορινθίους,ια΄:21-33), δεν γόγγυσε εναντίον του  Κύριου, αλλά μέσα σ’ όλα αυτά που πέρασε διέκρινε τη βοήθεια του Κυρίου και συμπεραίνοντας  μας λέει: «Διότι η προσωρινή ελαφρά θλίψις ημών εργάζεται εις ημάς, καθ’ υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης ( Β΄ Κορινθίους, δ΄:17-18). Γι’ αυτό ο Θεός του χάρισε μεγάλο πνευματικό καρπό.

Πολλά είναι τα παραδείγματα των εκβάσεων του Θεού στις δοκιμασίες των πιστών παιδιών Του μέσα στην Αγία Γραφή. Αυτό που μπορούμε να πούμε  σαν συμπέρασμα είναι ότι ο Θεός κάνει χάρη στις δοκιμασίες μας και δεν  μας εγκαταλείπει. Το δικό μας μέρος είναι να περπατάμε σύμφωνα με τον γραμμένο στη Καινή Διαθήκη λόγο Του και πάντα να Του  ζητάμε πίστη και δύναμη ώστε να σηκώσουμε τον ευλογημένο σταυρό που μας έχει δώσει μέχρι τέλους. Αμήν!

 

 

«Προ πάντων δε έχετε ένθερμον την εις αλλήλους αγάπην∙ διότι η αγάπη θέλει καλύψει πλήθος αμαρτιών»(Α΄ Πέτρου,δ΄:8).

Ο Πατέρας Θεός έδειξε την αγάπη Του προς τον κόσμο, στέλνοντας τον μονογενή Υιό Του να θυσιαστεί πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, πληρώνοντας σαν αναμάρτητος για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, έτσι ώστε να μη χαθεί όποιος  πιστέψει σ’ Αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είπε: «Καθώς εμέ ηγάπησεν ο Πατήρ, και εγώ ηγάπησα εσάς, μείνατε εν τη αγάπη μου. Εάν τας εντολάς μου φυλάξητε, θέλετε μείνει εν τη αγάπη μου∙ καθώς εγώ εφύλαξα τας εντολάς του Πατρός μου, και μένω εν τη αγάπη αυτού. Ταύτα ελάλησα προς εσάς διά να μείνη εν υμίν η χαρά μου και η χαρά υμών να ήναι πλήρης. Αύτη είναι η εντολή μου, να αγαπάτε αλλήλους, καθώς σας ηγάπησα» (Ιωάννης, ιε΄:9-12).

Συνεπώς ο Ιησούς Χριστός θέλει να αγαπάμε και εμείς ο ένας τον άλλον, καθώς αυτός μας αγάπησε. Ο Θεός είναι αγάπη (Α΄ Ιωάννου, δ΄: 8,16) και      αν αγαπάμε ο ένας τον άλλον είμαστε εκ του Θεού: «Αγαπητοί, ας  αγαπώμεν αλλήλους∙ διότι η αγάπη είναι εκ του Θεού∙ και πας όστις   αγαπά,    εκ του Θεού εγεννήθη, και γνωρίζει τον Θεόν» ( Α΄ Ιωάννου, δ΄:7).   Βέβαια η αγάπη προς αλλήλους φανερώνεται με έργα: «Τεκνία μου, μη αγαπώμεν με λόγο, μηδέ με γλώσσαν, αλλά με έργον και αλήθειαν ( Α΄ Ιωάννου, γ΄:18). Τα έργα της αγάπης μπορούμε να τα δούμε μέσα στο λόγο του Θεού. Ο άνθρωπος του Θεού που λέει ότι αγαπάει τον Θεό θα έχει και κοινωνία με τον αδελφό του: «Εάν όμως περιπατώμεν εν τω φωτί καθώς αυτός είναι εν τω φωτί, έχομεν κοινωνίαν μετ’ αλλήλων, και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού αυτού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α΄ Ιωάννου, α΄:7). Εδώ ο λόγος του Κυρίου μας φανερώνει ότι αν κάποιος περπατάει στο φως, θα έχει κοινωνία με τα εν Χριστώ αδέλφια του. Συνεπώς όποιος ισχυρίζεται ότι βρίσκεται κοντά στον Θεό, θα επιδιώκει να έχει κοινωνία με τα αδέλφια του γιατί αυτό θέλει ο Θεός που είναι φως και αγάπη.

Επίσης, η αγάπη προς τον αδελφό έχει σπλάχνα: «Όστις όμως έχη τον βίον του κόσμου, και θεωρή τον αδελφόν αυτού ότι έχει χρείαν, και κλείση τα σπλάγχνα αυτού απ’ αυτού, πως η αγάπη του Θεού μένει εν αυτώ;» (Α΄ Ιωάννου, γ΄:17). Δηλαδή, αν κάποιος έχει περίσσευμα υλικών αγαθών και γνωρίζει ότι ο αδελφός του εν Χριστώ στερείται, διότι συγκυρίες ανεξάρτητες από τη θέλησή του τον έφεραν στην κατάσταση αυτή, καλό είναι να αναπληρώσει, στο μέτρο που μπορεί, την ανάγκη του αδελφού του.

Επιπρόσθετα με τα παραπάνω, αυτός που αγαπάει δεν πρέπει να προσωποληπτεί: «Αδελφοί μου, μη έχετε με προσωποληψίας την πίστιν του δεδοξασμένου Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Διότι εάν εισέλθη εις την συναγωγήν σας άνθρωπος έχων χρυσούν δακτυλίδιον με λαμπρόν ένδυμα, εισέλθη δε και πτωχός με ρυπαρόν ένδυμα, και επιβλέψητε εις τον φορούντα το ένδυμα το λαμπρόν, και είπητε προς αυτόν, Συ κάθου εδώ καλώς∙ και προς τον πτωχόν είπητε, Συ στέκε εκεί, ή, Κάθου εδώ υπό το υποπόδιόν μου∙ δεν εκάμετε άρα διάκρισιν εν εαυτοίς, και εγείνατε κριταί πονηρά διαλογιζόμενοι;» (Ιακώβου,β΄:1-4).

Ακόμη εν Χριστώ αγάπη φανερώνει κάποιος πιστός όταν επιστρέψει στην αλήθεια του ευαγγελίου κάποιον αδελφό που πλανήθηκε: «Αδελφοί, εάν τις μεταξύ σας αποπλανηθή από της αληθείας, και επιστρέψη τις αυτόν, ας εξεύρη ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν από της πλάνης της οδού αυτού, θέλει σώσει ψυχήν εκ θανάτου, και θέλει καλύψει πλήθος αμαρτιών» (Ιακώβου, ε΄:19-20).

Πιο γενικά, διακριτικά και επιτακτικά, ο Ιούδας στην επιστολή του γράφει: «Και άλλους μεν ελεείτε, κάμνοντες διάκρισιν∙ άλλους δε σώζετε μετά φόβου, αρπάζοντες αυτούς εκ του πυρός, μισούντες και τον χιτώνα τον μεμολυσμένον από της σαρκός» (Ιούδα, α΄:22-23).

Εύλογα τίθεται το ερώτημα με βάση τα προηγούμενα εδάφια: ‘μπορεί ένας άνθρωπος να σώσει άλλον και να καλύψει τις αμαρτίες του;’ Σαν απάντηση αναφέρουμε το εδάφιο: «Και δεν υπάρχει δι' ουδενός άλλου η σωτηρία διότι ούτε όνομα άλλο είναι υπό τον ουρανόν δεδομένον μεταξύ των ανθρώπων, διά του οποίου πρέπει να σωθώμεν», που αναφέρεται στο όνομα του Ιησού Χριστού (Πράξεις, δ΄:12 ). Συνεπώς κάθε αναγεννημένος χριστιανός γνωρίζει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι η μόνη κεφαλή της εκκλησίας, ο μόνος σωτήρας, το μόνο φως του κόσμου και ότι μόνο το τίμιο και άγιο αίμα Του καθαρίζει τις αμαρτίες κάθε αμαρτωλού ανθρώπου που μετανοεί. Οπότε  γραφικές φράσεις όπως ‘θέλει σώσει ψυχήν εκ θανάτου, και θέλει καλύψει πλήθος αμαρτιών’ αναφέρονται σε άγιους ανθρώπους  του Θεού μέσα στον εσωτερικό άνθρωπο των οποίων έχει μορφωθεί ο Ιησούς Χριστός, με συνέπεια στα έργα και τα λόγια τους να λάμπει το φως του Χριστού. Αυτό το φως βλέπουν ειλικρινείς ψυχές  που βρίσκονται όμως σε πνευματικό σκοτάδι, με αποτέλεσμα να μετανοούν, να επικαλούνται το όνομα του Κυρίου και να σώζονται.

Η αγάπη έχει συγχώρεση σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου: «Τότε προσελθών προς αυτόν ο Πέτρος, είπε, Κύριε, ποσάκις αν αμαρτήση εις εμέ ο αδελφός μου, θέλω συγχωρήσει αυτόν; έως επτάκις; Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Δεν σοι λέγω, έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά» (Ματθαίος, ιη΄:21-22). Οπότε το θέλημα του Κυρίου είναι να  συγχωρούμε με τη καρδιά μας, όσους αμάρτησαν σε μας, όπως εκείνος μας συγχώρησε .

Η συγχώρηση επεκτείνεται και εκτός των ορίων της εκκλησίας, δηλαδή στους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε στην κοινωνικό μας περιβάλλον. Κάποιοι  μας συμπεριφέρονται άσχημα  και άδικα, αλλά επειδή ο Θεός συγχώρεσε τις αμαρτίες μας έτσι θέλει να συγχωρούμε και εμείς τις αμαρτίες των άλλων σε εμάς: «Και όταν ίστασθε προσευχόμενοι, συγχωρείτε, εάν έχητέ τι κατά τινός, δια να συγχωρήση εις εσάς και ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς τα αμαρτήματά σας. Αλλ’ εάν σεις δεν συγχωρήτε, ουδέ ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς θέλει συγχωρήσει τα αμαρτήματά σας» (Μάρκος,ια΄:25-26). Γι’ αυτό ο Κύριος στην προσευχή που μας άφησε μας προτρέπει να λέμε  ‘και συγχώρησον εις ημάς τας αμαρτίας ημών, καθώς και ημείς  συγχωρούμεν εις τους αμαρτάνοντας εις ημάς’ (Ματθαίος, ς΄:12).

Επί πλέον ο Πατέρας Θεός θέλει η αγάπη που Αυτός θα δώσει στα παιδιά Του, να φθάσει μέχρι και στη βοήθεια στους εχθρούς τους: «Εάν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, τρέφε αυτόν∙ εάν διψά, πότιζε αυτόν∙ διότι πράττων τούτο, θέλεις σωρεύσει άνθρακας πυρός επί την κεφαλήν αυτού. Μη νικάσαι υπό του κακού, αλλά νίκα διά του αγαθού το κακόν» (Ρωμαίους, ιβ΄:20-21).

Η αγάπη λοιπόν καλύπτει πλήθος αμαρτιών, όταν εμείς ενδιαφερόμαστε για τους άλλους, όταν συγχωράμε, όταν δεν προσωποληπτούμε και όταν πράττουμε καλά έργα που φανερώνουν τον Χριστό στη ζωή μας. Αμήν!

 

 

«Προσέχετε λοιπόν πώς να περιπατήτε ακριβώς, μη ως άσοφοι, αλλ’ ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, διότι αι ημέραι είναι πονηραί.  Δια τούτο μη γίνεσθε άφρονες, αλλά νοείτε τι είναι το θέλημα του Θεού»(Εφεσίους,ε΄:15-17).

Στις μέρες μας, τα γραφόμενα στο λόγο του Θεού βγαίνουν αληθινά όσον αφορά την κοινωνία των ανθρώπων και την εξέλιξή της σε ηθικό και επιστημονικό επίπεδο. Γενικά βλέπουμε ότι η γνώση σε όλες τις  επιστήμες αυξάνεται ραγδαία, δίνοντας έτσι στους ανθρώπους τη δυνατότητα, με τα τεχνολογικά μέσα που ανακαλύφθηκαν, να επικοινωνούν μεταξύ τους ταχύτατα και να μεταφέρονται μαζικά και γρήγορα από τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη. Αυτή η σημερινή πραγματικότητα φαίνεται στο βιβλίο του προφήτη Δανιήλ  (6ος αιώνας π.Χ.), όπου ο Θεός απολαλύπτει λέγοντας: «Και συ, Δανιήλ, έγκλεισον τους λόγους και σφράγισον το βιβλίον, έως του εσχάτου καιρού∙ τότε πολλοί θέλουσι περιτρέχει και η γνώσις θέλει πληθυνθή» (Δανιήλ, ιβ΄:4). Σήμερα βλέπουμε πολλά γεγονότα και αλλαγές να λαμβάνουν χώρα στις κοινωνίες των ανθρώπων. Παρατηρούμε επίσης μεγάλες διακυμάνσεις στο βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων, σε όλους τους τομείς του, είτε κοινωνικό, είτε πολιτιστικό ή οικονομικό ή εκπαιδευτικό ή ηθικό. Είναι φανερό ότι μεγάλος αριθμός ανθρώπων αντιμετωπίζει προβλήματα επιβίωσης, όπως επίσης είναι φανερή η ισοπέδωση ηθικών αξιών, ακόμα και με επιβολή ανθρώπινων νόμων.

Συνεπώς οι σημερινοί καιροί που περνάμε είναι δύσκολοι και όσο προχωράμε θα γίνονται δυσκολότεροι,  όπως άλλωστε ο λόγος του Θεού προφητεύει: «εν ταις εσχάταις ημέραις θέλουσιν ελθεί καιροί κακοί∙ διότι θέλουσιν είσθαι οι άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι, βλάσφημοι, απειθείς εις τους γονείς, αχάριστοι, ανόσιοι, άσπλαγχνοι, αδιάλλακτοι, συκοφάνται, ακρατείς, ανήμεροι, αφιλάγαθοι, προδόται, προπετείς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μάλλον παρά φιλόθεοι, έχοντες μεν μορφή ευσεβείας, ηρνημένοι δε την δύναμην αυτής.Και τούτους φεύγε»(Β΄Τιμόθεον,γ΄:1-5).

Κάθε άνθρωπος όμως που μετανοεί, πιστεύει και επικαλείται  τον Ιησού Χριστό, ο Κύριος τον συγχωρεί και τον κάνει ένα νέο κτίσμα ελευθερωμένο από τις παραπάνω αμαρτωλές συμπεριφορές. Από κει και πέρα, ο κάθε αναγεννημένος πιστός γνωρίζει ότι ‘με άρτον μόνον δεν θέλει ζήσει ο άνθρωπος, αλλά με πάντα λόγον εξερχόμενον διά στόματος Θεού’(Ματθ. δ΄:4). Γι’ αυτό πρέπει να δώσει μεγάλη προσοχή στο να ‘εξαγοράζει τον καιρό’, που σημαίνει να ‘τρέφεται’ με τον λόγο του Θεού’ κάθε μέρα, ώστε να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Στη Καινή Διαθήκη διαβάζουμε σχετικά:

«Επειδή τούτο είναι το θέλημα του Θεού, ο αγιασμός σας, να απέχησθε από της πορνείας, να εξεύρη έκαστος υμών να κρατή το εαυτού σκεύος εν αγιασμώ και τιμή…» ( Α΄ Θεσσαλονικείς, δ΄:3-4).

«Διότι αρκετός είναι εις ημάς ο παρελθών καιρός του βίου, ότε επράξαμεν το θέλημα των εθνών, περιπατήσαντες εν ασελγείαις, επιθυμίαις, οινοποσίαις, κώμοις, συμποσίοις και αθεμίτοις ειδωλολατρείαις και δια τούτο παραξενεύονται ότι σεις δεν συντρέχετε με αυτούς εις την αυτήν εκχείλισιν της ασωτίας, και σας βλασφημούσιν»( Α΄ Πέτρου, δ΄:3,4).

«Διότι ήσθε πότε σκότος, τώρα όμως φως εν Κυρίω∙ περιπατείτε ως τέκνα φωτός∙ διότι ο καρπός του Πνεύματος είναι εν πάση αγαθωσύνη και δικαιοσύνη και αληθεία∙ εξετάζοντες τι είναι ευάρεστον εις τον Κύριον»(Εφεσίους,ε΄:7-10).

«Περιπατείτε εν φρονήσει προς τους έξω, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν.  Ο λόγος σας ας είναι πάντοτε με χάριν, ηρτυμένος με άλας, διά  να εξεύρητε πως πρέπει να αποκρίνησθε προς ένα έκαστον» (Κολοσσαείς, δ΄: 5-6).

Ο Κύριος Ιησούς ήρθε στη Γη, έγινε άνθρωπος με σκοπό να σώσει τον άνθρωπο και να περάσει το μήνυμα της σωτηρίας, μέσω των αποστόλων Του, σε όλους τους ανθρώπους, όλων των αιώνων. Ο Κύριος δεν μίλησε ποτέ για ένα Ευαγγέλιο που οποιοσδήποτε άνθρωπος ή εκκλησία θα μπορούσε να παρεμβαίνει στα γραφόμενα προσθέτοντας ή αφαιρώντας, αλλά αντίθετα εφιστά  την προσοχή μας λέγοντας:

«Όστις λοιπόν αθετήση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων και διδάξη ούτω τους ανθρώπους, ελάχιστος θέλει ονομασθή εν τη βασιλεία των ουρανών όστις δε εκτελέση και διδάξη, ούτος μέγας θέλει ονομασθή εν τη βασιλεία των ουρανών.» (Ματθαίος, ε΄:5)

«Διότι μαρτύρομαι εις πάντα ακούοντα τους λόγους της προφητείας του βιβλίου τούτου, Εάν τις επιθέση εις ταύτα, ο Θεός θέλει επιθέσει εις αυτόν τας πληγάς τας γεγραμμένας εν τω βιβλίω τούτω. Και εάν τις αφαιρέση από των λόγων του βιβλίου της προφητείας ταύτης, ο Θεός θέλει αφαιρέσει το μέρος αυτού από του βιβλίου της ζωής, και από της πόλεως της αγίας, και των γεγραμμένων εν τω βιβλίω τούτω» (Αποκάλυψη,κβ΄:18-19).

Αυτό λοιπόν που δεν μπορεί να αλλάξει κανένας είναι ο λόγος του Θεού του ζώντος και αυτό γιατί ο Θεός είναι o ίδιος χθες και σήμερα και στους αιώνες και δεν υπάρχει  σ’ Αυτόν αλλοίωση ή σκιά μεταβολής. (Εβρ.ιγ΄:8,Ιακ. α΄:17).  Συνεπώς κάθε αναγεννημένος χριστιανός, αν θέλει να υπομείνει έως τέλους αγωνιζόμενος κατά της αμαρτίας, είναι απαραίτητο να εξαγοράζει σοφά τον χρόνο του, φροντίζοντας να ‘τρέφει’ καθημερινά τον εσωτερικό του άνθρωπο, με την υγιαίνουσα διδασκαλία του ευαγγελίου καθώς επίσης πρέπει να ζητά δια της προσευχής, την ενίσχυση του Αγίου Πνεύματος στη ζωή του, ώστε να εννοεί και εφαρμόζει αυτή τη διδασκαλία.

Ολοκληρώνοντας λέμε ότι το  πρότυπο της σωστής εξαγοράς του χρόνου, μας το δίνει η πρώτη αποστολική εκκλησία. Διαβάζουμε σχετικά:«Και ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων και εν τη κοινωνία και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς» (Πράξ. β΄:42). Επομένως, εφόσον δεν συντρέχουν περιοριστικοί λόγοι,(ασθένειες, διωγμοί, αποστάσεις κ.α.), η σωστή εξαγορά του χρόνου, εκ μέρους του πιστού, καθορίζεται από τη συμμετοχή αυτού και στη διδασκαλία του λόγου από τους αποστόλους του Κυρίου και στη συναναστροφή με πιστούς και στη Θεία Κοινωνία και στις προσευχές. Ο Κύριος, λοιπόν, θέλει να εξαγοράσουμε το χρόνο μας στις δύσκολες αυτές ημέρες που περνάμε, μιμούμενοι το πνευματικό περπάτημα των αγίων αδελφών μας  της πρώτης αποστολικής εκκλησίας, εμμένοντες σ’ αυτά που και εκείνοι ενέμεναν, αν θέλουμε να έχουμε τα αποτελέσματα στο έργο του Κυρίου που  εκείνοι  είχαν. Αμήν!

 

 

«Πας λοιπόν όστις με ομολογήση έμπροσθεν των ανθρώπων, θέλω ομολογήσει και εγώ αυτόν έμπροσθεν του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς. Όστις δε με αρνηθή έμπροσθεν των ανθρώπων, θέλω αρνηθή αυτόν και εγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθαίος, ι΄: 32-33)

Ο Πατέρας Θεός ευδόκησε να φέρει στο κόσμο τον Υιό του τον μονογενή, τον άνθρωπο Ιησού Χριστό, ο οποίος είναι ο Λόγος Θεός που  ενανθρωπίστηκε όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, λαμβάνοντας δούλου μορφή (Ιωάννης, α΄:1,14). Ο Κύριος Ιησούς ήρθε με ένα σκοπό, να κηρύξει  το ευαγγέλιο της σωτηρίας, να πειρασθεί όμοια με μας αλλά χωρίς να πέσει σε αμαρτία, έτσι ώστε να πληρώσει για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων με τη θυσία Του στο σταυρό του Γολγοθά και να αναστηθεί, σαν αναμάρτητος, για να δικαιώσει κάθε άνθρωπο που θα πιστέψει σ’ Αυτόν και θα Τον επικαλεστεί. Ο Κύριος θέλει να κερδίσει την αγάπη του ανθρώπου με την αγάπη Του. Θέλει ο άνθρωπος να καταλάβει πως ο Πατέρας Θεός δεν απέστειλε τον Υιόν Αυτού για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος δι’ Αυτού (Ιωάννης,γ΄:17). Δεν είναι Θεός που μισεί τον άνθρωπο, αλλά μισεί την αμαρτία, η οποία είναι εμπόδιο για την είσοδο του ανθρώπου στη Βασιλεία των Ουρανών. Ο Ιησούς Χριστός καλεί κάθε άνθρωπο από οποιαδήποτε φυλή, γλώσσα, έθνος, λαό, λέγοντας: «Έλθετε προς με, πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, και εγώ θέλω σας αναπαύσει. Άρατε τον ζυγόν μου εφ’υμάς, και μάθετε απ’εμού∙ διότι πράος είμαι και ταπεινός την καρδίαν∙ και θέλετε ευρεί ανάπαυσιν εν ταις ψυχαίς υμών. Διότι ο ζυγός μου είναι καλός, και το φορτίον μου ελαφρόν» (Ματθαίος, ια΄:28-30).

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Κύριος θέλει να αναπαύσει τις ψυχές όσων έλθουν σ’ Αυτόν και να τους δώσει ένα καλό ζυγό και ελαφρύ φορτίο. Σχετικά με το φορτίο και το ζυγό του χριστιανού ο Κύριος αναφέρει: « Εάν τις θέλη να έλθη οπίσω μου, ας απαρνηθή εαυτόν και ας σηκώση τον σταυρόν αυτού καθ’ημέραν, και ας με ακολουθή. Διότι όστις θέλει να σώση την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν∙ και όστις απολέση την ζωήν αυτού ένεκεν εμού, ούτος θέλει σώσει αυτήν» (Λουκάς, θ΄:23-24). Απάρνηση εαυτού σημαίνει να μην κάνω του κεφαλιού μου αλλά να έχω οδηγό μου το λόγο του Θεού. Ακολουθώ τον Κύριο σημαίνει να έχω τον Κύριο να προπορεύεται σε κάθε ενέργεια στη ζωή μου. Το να σηκώνω κάθε μέρα το σταυρό που μου δίνει ο Κύριος σημαίνει να υπομένω κάθε μέρα την παιδεία, τις δοκιμασίες και τις θλίψεις που Αυτός επιτρέπει στη ζωή μου. ‘Χάνω’ τη ζωή μου εξαιτίας του Κυρίου Ιησού σημαίνει ότι απαρνούμαι το κοσμικό και σαρκικό φρόνημα – το οποίο οδηγεί στον αιώνιο θάνατο – και ακολουθώ το φρόνημα του Θεού, που είναι ζωή και ειρήνη.

Έτσι λοιπόν ο Κύριος θέλει να σηκώσουμε ένα απαλό φορτίο που Αυτός θα μας δώσει, βέβαια με τη δική Του βοήθεια, μιας και όπως ο ίδιος είπε             ‘Ο μένων εν εμοί και εγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, διότι χωρίς εμού δεν δύνασθε να κάμητε ουδέν’ (Ιωάννης, ιε΄:5).

Μέρος του φορτίου που περιλαμβάνεται στο σταυρό του χριστιανού είναι η ομολογία. Αυτό διότι ενώ η ομολογία αποτελεί την απλή φανέρωση από τον χριστιανό στους συνανθρώπους του, των ενεργειών του Θεού στη ζωή του,  με λόγια και έργα, συνήθως συνοδεύεται από αντιδράσεις κυρίως των οικείων του προσώπων. Αυτό συμβαίνει διότι όταν έρχεται ο Χριστός στη ζωή ενός ανθρώπου, μπαίνει ένα «χώρισμα» λόγω διαφορετικών φρονημάτων που υπάρχουν μεταξύ αυτού και των μελών της οικογενείας του, που δεν έχουν γνωρίσει ακόμα τον Κύριο σαν προσωπικό τους σωτήρα. Ο Κύριος αμέσως μετά την αναφορά Του  στην ομολογία του πιστού (αρχή άρθρου), μας λέει σχετικά : «Μη νομίσητε ότι ήλθον να βάλω ειρήνην επί την γήν∙ δεν ήλθον να βάλω ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Διότι ήλθον να διαχωρίσω άνθρωπον κατά του πατρός αυτού, και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής, και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής. Και εχθροί του ανθρώπου θέλουσιν είσθαι οι οικιακοί αυτού. Όστις αγαπά πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού∙ και όστις αγαπά υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού∙ και όστις δεν λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, δεν είναι άξιος εμού. Όστις εύρη την ζωήν αυτού θέλει απολέσει αυτήν, και όστις απολέση την ζωήν αυτού δι' εμέ θέλει ευρεί αυτήν.» (Ματθαίος, ι΄:34-37).

Βέβαια αυτή η ‘μάχαιρα’ που ο Κύριος βάζει, από τη μια συντελεί στην αύξηση του χριστιανού στην αγάπη, εφόσον βέβαια αυτός υπομένει την παιδεία που ο Θεός επιτρέπει  και από την άλλη εργάζεται έργο καλό στις καρδιές των οικείων που αντιδρούν, εφόσον βέβαια αυτοί έχουν την διάθεση να διαπιστώσουν αν η ομολογία του οικείου τους είναι αποτέλεσμα της ενέργειας του Θεού στη ζωή του ή ανθρώπινης πλάνης.

Σε κάθε περίπτωση η ομολογία με λόγια του χριστιανού πρέπει να συνοδεύεται με το σωστό πνευματικό του περπάτημα στη καθημερινή ζωή. Αυτό σημαίνει ότι φροντίζει να τρέφεται καθημερινά με τον λόγο του Θεού, προσπαθεί να  πληρώνεται με Άγιο Πνεύμα ώστε να κρατάει τις εντολές του Θεού στην καρδιά του και να τις κάνει πράξη στη ζωή του και προσέχει να περπατάει ακριβώς στο θέλημα του Κυρίου.

Ομολογεί Χριστό ένας χριστιανός όταν συγχωρεί τον εχθρό του και κάνει έργα αγαθά: «Εάν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, τρέφε αυτόν∙ εάν διψά, πότιζε αυτόν∙ διότι πράττων τούτο, θέλεις σωρεύσει άνθρακας πυρός επί την κεφαλήν αυτού. Μη νικάσαι υπό του κακού, αλλά νίκα δια του αγαθού το κακό» (Ρωμαίους, ιβ΄:20-21).

Μια χριστιανή γυναίκα ομολογεί θεοσέβεια ‘άνευ λόγου’ με τη σωστή συμπεριφορά της και το σεμνό ντύσιμό της: «Ωσαύτως και αι γυναίκες με στολήν σεμνήν, με αιδώ και σωφροσύνην να στολίζωσι εαυτάς, ουχί με πλέγματα,ή χρυσόν,ή μαργαρίτας,ή ενδυμασίαν πολυτελή∙αλλά το οποίον πρέπει εις γυναίκας επαγγελομένας θεοσέβειαν, με έργα αγαθά» (Α΄Τιμόθεον,β΄:9-10).                                       «Ομοίως αι γυναίκες, υποτάσσεσθε εις τους άνδρας υμών, ίνα και εάν τινές απειθώσιν εις τον λόγον, κερδηθώσιν άνευ του λόγου διά της διαγωγής των γυναικών, αφού ίδωσι την μετά φόβου καθαράν διαγωγήν σας»(Α΄Πέτρου,γ΄:1,2).

Τέλος αναφέρουμε ότι είτε όταν ομολογούμε σε κάποιον τις ενέργειες του Κυρίου στη ζωή μας με δική μας πρωτοβουλία, είτε όταν μας ζητάει κάποιος να του μιλήσουμε για την ελπίδα που έχει δώσει ο Κύριος στη ζωή μας, θα πρέπει να μιλάμε με πραότητα και φόβο Θεού αποβλέποντας στην οικοδομή του συνανθρώπου μας  και όχι με υπεροψία και με κύριο κίνητρο το προσωπικό μας όφελος  (Α΄ Πέτρου, γ΄:15).

Συνοψίζοντας λένε ότι η ομολογία όσων γνωρίσαμε τον Χριστό σαν προσωπικό μας σωτήρα γίνεται μεν δια του στόματος μας σύμφωνα με το γεγραμμένο ‘εάν ομολογήσης δια του στόματός σου τον Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών, θέλεις σωθή’ (Ρωμαίους, ι΄:9), αλλά είναι ευάρεστη στο Θεό όταν είμαστε στο θέλημα του Θεού και προσπαθούμε να κάνουμε το λόγο Του πράξη στη ζωή μας. Αμήν!

 

 
Περισσότερα Άρθρα...

Άξιος είσαι, Κύριε, να λάβης την δόξαν και την τιμήν και την δύναμιν, διότι συ έκτισας τα πάντα, και διά το θέλημά σου υπάρχουσι και εκτίσθησαν. (Αποκάλυψις Ιωάννου δ' 11)