«Δια τούτο σας λέγω, Πάντα όσα προσευχόμενοι ζητείτε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και θέλει γείνει εις εσάς» (Μάρκος,ια΄:24)

Τα λόγια του παραπάνω εδαφίου, τα είπε μεταξύ άλλων, ο Κύριος Ιησούς στους μαθητές του, όταν είδαν ξεραμένη τη συκιά που δεν είχε σύκα λόγω εποχής, την οποία είχε καταραστεί ο Κύριος την προηγούμενη μέρα. Βέβαια ο Κύριος δεν είναι παράλογος ούτε νευρικός, αλλά χρησιμοποίησε τη συκιά για να διδάξει τους μαθητές Του, το βασικό μάθημα της πίστης. Αρχικά ο Κύριος τους είπε να έχουν πίστη Θεού και  ανέφερε σαν παράδειγμα ότι όποιος πει σε ένα βουνό να ριφθεί στη θάλασσα, χωρίς να διστάσει στην καρδιά του, τότε θα γίνει ότι πει. Στη συνέχεια  τους επισήμανε ότι όσα αιτήματα προσεύχονται να έχουν πίστη ότι θα τα λάβουν και  θα πάρουν απάντηση. Ο Κύριος ολοκλήρωσε αυτά τη διδασκαλία στους μαθητές Του, λέγοντας ότι όταν προσεύχονται να συγχωρούν εάν έχουν κάτι με κάποιον, για να συγχωρεί και ο Ουράνιος Πατέρας τις δικές τους αμαρτίες. (Μάρκος,ια΄:11-26). Πιστεύουμε ότι ο Κύριος  αυτά που είπε περί συγχώρεσης, αφορούν ένα από ‘τα βουνά’ που δια πίστεως πρέπει να ρίξουμε στη ‘θάλασσα’, δηλαδή το να συγχωρούμε με τη καρδιά μας, αυτά που κάνουν οι άλλοι εναντίον μας. Ο Κύριος δίνει έμφαση στην πίστη μιας και ‘χωρίς δε πίστεως αδύνατον είναι να ευαρεστήση τις εις αυτόν• διότι ο προσερχόμενος εις τον Θεόν πρέπει να πιστεύη ότι είναι και γίνεται μισθαποδότης εις τους εκζητούντας αυτόν’ (Εβραίους, ια΄:6).

Ένα χαρακτηριστικό γραφικό παράδειγμα πίστης με αποτελέσματα  είναι η περίπτωση της αιμορροούσας γυναίκας. Η συγκεκριμένη γυναίκα για δώδεκα χρόνια είχε αιμορραγία, είχε δαπανήσει όλη την περιουσία της σε γιατρούς και όχι μόνο δεν θεραπεύτηκε, αλλά έγινε χειρότερα. Όταν άκουσε για τον Κύριο, πίστεψε ότι αν μόνο αγγίξει το ρούχο Του θα θεραπευτεί. Όμως επειδή λόγω της ασθένειάς της, ο Μωσαϊκός νόμος θεωρούσε ακάθαρτο όποιον άγγιζε, πήγε πίσω από τον κόσμο και άγγιξε κρυφά τον Κύριο. Αμέσως αισθάνθηκε ότι σταμάτησε η ρύση του αίματός της, ο δε Κύριος  κατάλαβε ότι θεραπευτική δύναμη βγήκε από μέσα Του και ρώτησε  το πλήθος των παρευρισκομένων, ποιος Τον άγγιξε. Τότε η γυναίκα ομολόγησε τι έκανε και ο Κύριος της είπε να έχει θάρρος και ότι η πίστη της την έσωσε (Μάρκος,η΄:43-48). Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι η πίστη της γυναίκας, δεν ενεργοποίησε δικές της δυνάμεις, όπως κάποιοι άπιστοι ισχυρίζονται για να ερμηνεύσουν τις θεραπείες που λαμβάνουν οι πιστοί,  αλλά ενεργοποίησε δύναμη που βγήκε από τον Κύριο, η οποία τη θεράπευσε. Συνεπώς επαληθεύτηκε η υπόσχεση του Κυρίου, διότι η γυναίκα πίστεψε ότι θα θεραπευθεί αγγίζοντας το ρούχο του Κυρίου και ο Κύριος τη θεράπευσε. Βέβαια πρέπει να αναφέρουμε ότι εκτός από τη πίστη, άλλη προφανής προϋπόθεση για να απαντήσει ο Κύριος στα αιτήματά μας, είναι αυτά να συμφωνούν με το θέλημά Του (Α΄ Ιωάννου,ε΄:14-15).

Προσευχή με πίστη ώστε να υπάρχει αποτέλεσμα σωματικής και πνευματικής θεραπείας, απαιτείται εκτός από το μέρος του ασθενή πιστού και από το μέρος των πρεσβυτέρων που προσεύχονται. Διαβάζουμε σχετικά: «Ασθενεί τις μεταξύ σας; Ας προσκαλέση τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και ας προσευχηθώσιν επ’ αυτόν, αλείψαντες αυτόν με έλαιον εν τω ονόματι του Κυρίου. Και η μετά πίστεως ευχή θέλει σώσει τον πάσχοντα, και ο Κύριος θέλει εγείρει αυτόν∙ και αμαρτίας αν έπραξε, θέλουσι σγχωρηθή εις αυτόν» (Ιακώβου,ε΄:14-15).

Άλλο παράδειγμα που φανερώνει τα αποτελέσματα της προσευχής με πίστη των ανθρώπων του Θεού, διαβάζουμε στο βιβλίο της Εξόδου. Τότε ο  Μωυσής είπε στον Ιησού του Ναυή, να εκλέξει άνδρες για να πολεμήσουν τον Αμαλήκ που είχε έρθει να πολεμήσει το λαό Ισραήλ. Ο Ιησούς του Ναυή έκανε ότι του είπε ο Μωυσής και πολεμούσε τον Αμαλήκ, ενώ ο Μωυσής, ο Ααρών και ο Ώρ ανέβηκαν στη κορυφή του βουνού. Όταν ο Μωυσής ύψωνε το χέρι του προσευχόμενος με τη ράβδο του Θεού, νικούσε ο λαός Ισραήλ, ενώ όταν κατέβαζε το χέρι του νικούσε ο Αμαλήκ. Επειδή ο Μωυσής κουράστηκε να σηκώνει τα χέρια του, οι δυο συνεργάτες  έβαλαν μια πέτρα και κάθισε ο Μωυσής, ενώ παράλληλα εκείνοι δεξιά και αριστερά του, κρατούσαν υψωμένα τα χέρια του, χωρίς να υψώνουν τα δικά τους και έτσι τα χέρια του Μωυσή έμειναν υψωμένα μέχρι τη δύση του ηλίου. Με αυτό τον τρόπο ο Ιησούς του Ναυή νίκησε τους Αμαλήκιτες. (Έξοδος,ιζ΄:8-16).

Ένα προφανές μήνυμα αυτής της ιστορίας είναι ότι το αποτέλεσμα αυτής της μάχης δεν εξαρτάτο από τα υλικά όπλα και τη σωματική ρώμη των πολεμιστών αλλά από τη προσευχή με πίστη και τη συνεργασία των ανθρώπων του Θεού. Έτσι και σήμερα, όσοι γνωρίσαμε τον Κύριο σαν προσωπικό μας Σωτήρα, καλούμαστε να κρατήσουμε τα λόγια του Κυρίου ενωμένα με τη πίστη μας και να ανεβαίνουμε στο ‘όρος’ της προσευχής ‘υψόνοντες καθαράς χείρας χωρίς οργής και διαλογισμού’ και προσευχόμενοι ‘υπέρ αλλήλων’, ώστε να πάρουμε  νίκες στο πεδίο των μαχών που δίνουμε ενάντια στις δυνάμεις του πονηρού και στο σαρκικό φρόνημα.

Η δύναμη του Θεού μπορεί να φανεί και στην εκκλησιαστική προσευχή, όταν δηλαδή όλη η εκκλησία έχει ένα αίτημα, το φέρνει με πίστη στον Κύριο και ο Κύριος ενεργεί. Τέτοιο παράδειγμα έχουμε στην περίπτωση που ο Ηρώδης αφού φόνευσε τον Ιάκωβο, φυλάκισε τον Πέτρο με σκοπό να θανατώσει και αυτόν. Τότε η εκκλησία άρχισε να προσεύχεται ακατάπαυστα στο Θεό για τον Πέτρο. Το βράδυ της προηγούμενης μέρας που θα περνούσε ο Ηρώδης τον Πέτρο από δίκη, ενώ αυτός κοιμόταν, ήρθε άγγελος Κυρίου, λύθηκαν από μόνα τους τα δεσμά, του είπε να φορέσει τα σανδάλια και τα ρούχα του και τον έφερε στη σιδερένια πύλη, η οποία άνοιξε από μόνη της. Ο Πέτρος κατάλαβε ότι ο Κύριος έστειλε άγγελο και τον ελευθέρωσε και πήγε στο σπίτι όπου γινόταν προσευχή για αυτόν. Εκείνοι τον είδαν και ο Πέτρος τους διηγήθηκε πώς ο Κύριος τον ελευθέρωσε (Πράξεις,ιβ΄:1-17).

Εδώ βλέπουμε ότι όλη η εκκλησία είχε αίτημα την απελευθέρωση του Πέτρου και το πεδίο μάχης για το λαού του Θεού είναι στην προσευχή όπου όλη η εκκλησία δέεται ένθερμα και ο Θεός ενεργεί. Η εκκλησία έχει κεφαλή τον αναστημένο Ιησού Χριστό, ο οποίος την περιθάλπει και την καθαρίζει ώστε να είναι αγία και άμωμη.

Συνοψίζοντας λέμε ότι ο χριστιανός δεν μάχεται με όπλα ανθρώπινα αλλά με όπλα πνευματικά. Ένα τέτοιο όπλο είναι η προσευχή με πίστη η οποία μπορεί να αλλάξει όλα τα δεδομένα γύρω μας και να μετατρέψει τις δύσκολες καταστάσεις σε εύκολες. Τίποτα δεν είναι αδύνατο στο Θεό και αυτό πρέπει να το πιστέψουμε με την καρδιά μας. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Θεός, σαν καλός Πατέρας, θα εκπαιδεύσει όλα τα γνήσια παιδιά Του, μέσω των θλίψεων και των δοκιμασιών, ‘διά να γείνωμεν μέτοχοι της αγιότητος αυτού’ Στα πλαίσια αυτής της παιδείας εντάσσονται οι καθυστερημένες ή αρνητικές απαντήσεις του Κυρίου σε αιτήματά μας (Εβραίους, ιβ΄:1-11). Όμως σε κάθε περίπτωση, Κύριος θέλει για όλα τα αιτήματά μας να προσευχόμαστε σ’ Αυτόν  και να πιστεύουμε ότι ‘τα αδύνατα παρά ανθρώποις είναι δυνατά παρά τω Θεώ’ (Λουκάς, ιη΄:27). Αμήν!

 


«Μη     αποβάλητε    λοιπόν   την παρρησίαν σας, ήτις      έχει        μισθαποδοσίαν              μεγάλην» (Εβραίους, ι΄:35)

Ο λόγος του Θεού μας μιλάει για τις πνευματικές αρετές  στις οποίες ευαρεστείται ο Πατέρας Θεός, όταν τις βλέπει να υπάρχουν στη ζωή των παιδιών Του. Μία τέτοια αρετή είναι και η παρρησία. Παρρησία σαν λέξη σημαίνει το να ενεργεί κάποιος και να λέει τη γνώμη του με θάρρος και ειλικρίνεια, χωρίς όμως να θίγει τα δικαιώματα και τις ανάγκες άλλων.

Ένα γραφικό παράδειγμα παρρησίας βλέπουμε στις Πράξεις των Αποστόλων, στην περίπτωση όπου οι αρχιερείς άκουγαν με θαυμασμό, τον Πέτρο και τον Ιωάννη, που τους είχαν υπό κράτηση, να τους μιλάνε με θάρρος, απολογούμενοι για το θαύμα θεραπείας του χωλού που έκανε μέσω αυτών ο Κύριος Ιησούς (Πράξεις,δ΄:13).

Άλλο γραφικό παράδειγμα παρρησίας με πίστη βλέπουμε στην περίπτωση των τεσσάρων φίλων ενός παραλυτικού, οι οποίοι τον κουβάλησαν  σε ένα κρεβάτι και επειδή δεν μπορούσαν να μπουν από την είσοδο του σπιτιού λόγω πολυκοσμίας, ανέβηκαν πάνω στη ταράτσα, έβγαλαν τα κεραμίδια, τρύπησαν τη στέγη και τον κατέβασαν μπροστά στο Κύριο Ιησού. Ο Κύριος θαύμασε την πίστη τους και είπε στον παραλυτικό ότι συγχωρεμένες είναι οι αμαρτίες του. Αυτά τα λόγια οι παρόντες  γραμματείς και Φαρισαίοι τα εξέλαβαν σαν βλασφημία και ο Κύριος τους ρώτησε τι είναι πιο εύκολο να πει, ‘συγχωρεμένες είναι οι αμαρτίες σου’ ή ‘σήκω επάνω και περπάτα’. Στη συνέχεια, για να γνωρίσουν ότι του έχει δοθεί εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες, είπε στον παραλυτικό να σηκώσει το κρεβάτι του και να πάει σπίτι του. Τότε εκείνος σηκώθηκε, σήκωσε το κρεβάτι του και πήγε στο σπίτι του δοξάζοντας τον Θεό (Μάρκος,β΄:1-11, Λουκάς,ε΄:17-25).

Οι φίλοι του παραλυτικού ξεκίνησαν με πίστη, να πάνε τον παράλυτο φίλο τους μπροστά στον Κύριο Ιησού. Δεν τους σταμάτησε το εμπόδιο του όχλου στο να πλησιάσουν τον Κύριο, αλλά η πίστη τους στο Κύριο ότι μπορεί να θεραπεύσει  τον φίλο τους, τους έδωσε το θάρρος και την παρρησία, να κάνουν αυτή τη παράτυπη ενέργεια, να τρυπήσουν τη στέγη του σπιτιού, για να κατεβάσουν τον παράλυτο φίλο τους μπροστά στον Κύριο. Ο Κύριος είδε την πίστη τους και ενήργησε δίνοντας θεραπεία ψυχής και σώματος στο φίλο τους.

Έτσι και σήμερα ο Κύριος, αφού πρώτα βέβαια Τον γνωρίσουμε σαν προσωπικό μας σωτήρα και γίνουμε παιδιά Θεού, μας καλεί να τον πλησιάζουμε με θάρρος και να μη σκεφτόμαστε ότι είναι κάτι αδύνατο σ’ Αυτόν. Ο Κύριος δεν έχει αδυναμία στο να ενεργήσει, αλλά αυτό που πολλές φορές Τον εμποδίζει να μας απαντήσει είναι η απιστία μας και οι λάθος προτεραιότητες που θέτουμε στη ζωή μας. Γι’ αυτό θέλει να εκτιμήσουμε σωστά την αγάπη Του, να Τον αγαπήσουμε πάνω απ’ όλα, να Τον εμπιστευόμαστε και να ζητάμε με παρρησία πιστεύοντας ότι θα μας δώσει ότι χρειαζόμαστε.

Η πίστη μας δεν έχει να κάνει με τις δικές μας δυνάμεις αλλά με τη δύναμη του Θεού και αρέσει στον Πατέρα Θεό όταν Τον πλησιάζουμε με παρρησία και πίστη, στηριζόμενοι στη δική Του δύναμη. Ο Πατέρας Θεός είναι προσιτός, γι’ αυτό ανταποκρίθηκε  στη μετάνοια και στη πίστη μας  στον Υιό Του Ιησού Χριστό, ήρθε στη ζωή μας, μας αναγέννησε και μας έκανε παιδιά Του (Ιωάννης,α΄:12). Γι’ αυτό σαν καλός πατέρας θέλει  να Τον πλησιάζουμε και με παρρησία να του ζητάμε ότι έχουμε ανάγκη.

Επί πλέον μέσα στο λόγο του Θεού διαπιστώνουμε ότι   η παρρησία είναι ένα μέσο που μας βοηθάει να λάβουμε τα αιτήματά μας, όταν προσευχόμαστε στον Θεό. Στην πρώτη επιστολή του, ο απόστολος Ιωάννης μας λέει: «Και αύτη είναι η παρρησία την οποία έχομεν προς αυτόν, ότι, εάν ζητώμεν τι κατά το θέλημα αυτού, ακούει ημάς. Και εάν εξεύρωμεν ότι ακούει ημάς, ό,τι αν ζητήσωμεν, εξεύρομεν ότι λαμβάνομεν τα ζητήματα τα οποία εζητήσαμεν παρ’ αυτού» (Α΄ Ιωάννου, ε΄:14-15). Ο Πατέρας Θεός απαντάει γιατί η παρρησία προϋποθέτει πίστη, χωρίς την οποία είναι αδύνατον κάποιος να Τον ευαρεστήσει. Όταν αυτό που ζητάμε με πίστη είναι σύμφωνο με το θέλημα Του, δεν μπορεί να μη απαντήσει γιατί ο ίδιος μας λέει μέσα στο λόγο Του ότι όποιος προσεύχεται με πίστη και πιστεύει ότι αυτό που ζητάει θα το λάβει, θα πάρει απάντηση (Μάρκος, ια΄:24).

Η παρρησία μας προς τον Πατέρα Θεό πηγάζει από τη πίστη μας στον Ιησού Χριστό σύμφωνα με το γραμμένο: ‘διά του οποίου έχομεν την παρρησίαν και την είσοδον με πεποίθησιν διά της εις αυτόν πίστεως’ (Εφεσίους, γ΄:12). Επιπλέον επειδή σαν άνθρωποι θα εξακολουθούμε να έχουμε πνευματικές πτώσεις  και προς στιγμή θα χάνουμε την παρρησία μας, να έχουμε υπόψη ότι ‘εάν όμως περιπατώμεν εν τω φωτί, καθώς αυτός είναι εν τω φωτί, έχομεν κοινωνίαν μετ' αλλήλων, και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού αυτού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας. Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν δεν έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια δεν είναι εν ημίν. Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, είναι πιστός και δίκαιος, ώστε να συγχωρήση εις ημάς τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας'(Α΄ Ιωάννου, α΄:7-9). Συνεπώς η συνεχής μετάνοια και εξομολόγηση των αμαρτιών μας, έχει σαν αποτέλεσμα τον καθαρισμό μας με το αίμα του Κυρίου Ιησού και την πνευματική μας ανόρθωση, έτσι ώστε να μπορούμε πάλι έχοντας ‘παρρησίαν να εισέλθωμεν εις τα άγια διά του αίματος του Ιησού’ ( Εβραίους, ι΄:19).

Επίσης η παρρησία μας δοκιμάζεται όταν δεχόμαστε απειλές από εναντίους να μη μιλάμε το λόγο του Θεού και να μη ομολογούμε τον Κύριο Ιησού. Τέτοιες δοκιμασίες αντιμετωπίζονται επιτυχώς μόνο με προσευχή και πλήρωση Πνεύματος Αγίου, όπως έκαναν οι μαθητές όταν απειλήθηκαν από τους αρχιερείς μετά την απολογία τους που αναφέραμε αρχικά. Τότε προσευχήθηκαν και μεταξύ των άλλων είπαν: ‘…Κύριε, βλέψον εις τας απειλάς αυτών και δος εις τους δούλους σου να λαλώσι τον λόγον σου μετά πάσης παρρησίας,  εκτείνων την χείρα σου εις θεραπείαν και γινομένων σημείων και τεραστίων διά του ονόματος του αγίου Παιδός σου Ιησού’.Το αποτέλεσμα της προσευχής τους ήταν: ‘Μετά δε την δέησιν αυτών εσείσθη ο τόπος όπου ήσαν συνηγμένοι∙ και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου, και ελάλουν το λόγον του Θεού μετά παρρησίας’ (Πράξεις,δ΄:29-31).

Το Άγιο Πνεύμα δίνει και σε μας δύναμη στο να μιλάμε το λόγο του Θεού με παρρησία, εφόσον το ζητάμε από τον Θεό όπως οι πρώτοι μαθητές. Όταν είμαστε πληρωμένοι με το Άγιο Πνεύμα, δεν φοβόμαστε γιατί έχουμε την δύναμη και την αγάπη του Θεού μέσα μας. Ειδικότερα σήμερα που το ευαγγέλιο κηρύττεται σε δισεκατομμύρια ανθρώπους, η με παρρησία ομολογία κάθε πιστού είναι απαραίτητη, ώστε ο Κύριος να σώσει πολλούς ανθρώπους.

Τέλος αναφέρουμε ότι άλλος κίνδυνος να χάσουμε την παρρησία μας είναι όταν η απάντηση του Θεού στα αιτήματά μας καθυστερεί. Όμως τότε να θυμόμαστε την παραβολή του άδικου κριτή (Λουκάς, ιη΄:1-8) που μας είπε ο Κύριος Ιησούς, η οποία μας διδάσκει ότι ο Πατέρας Θεός θα κάνει έκβαση στις αδικίες που υφίστανται τα παιδιά Του, αν και μακροθυμεί γι’ αυτούς που τα αδικούν. Ο Κύριος είναι πιστός στις υποσχέσεις του και δεν υπάρχει αδικία σ’ Αυτόν, αλλά αυτό που λέει θα το κάνει.

Συνοψίζοντας λέμε ότι καλό είναι να δώσουμε προσοχή στα λόγια του Κυρίου Ιησού και να τα πιστεύουμε, ώστε ο λόγος του Κυρίου να είναι ενωμένος με την πίστη μας. Να μη σκεφτόμαστε ότι είναι κάτι αδύνατο σ’ Αυτόν, αλλά να ζητάμε με παρρησία αυτά που είναι σύμφωνα με το θέλημά Του και να πιστεύουμε ότι έχει τη δύναμη να μας τα δώσει. Να έχουμε υπόψη, όσοι είμαστε παιδιά Θεού, ότι θα εξακολουθούμε να είμαστε οίκος Χριστού ‘εάν κρατήσωμεν μέχρι τέλους βεβαίαν την παρρησίαν και το καύχημα της ελπίδος’ (Εβραίους, γ΄: 6). Γι’ αυτό ‘ας πλησιάζωμεν λοιπόν μετά παρρησίας εις τον θρόνον της χάριτος, διά να λάβωμεν έλεος και να εύρωμεν χάριν προς βοήθειαν εν καιρώ χρείας'  (Εβραίους, δ΄:16) Αμήν!

 

 

«Εξεύρομεν δε ότι πάντα συνεργούσι προς το αγαθόν εις τους αγαπώντας τον Θεόν, εις τους κεκλημένους κατά τον προορισμό αυτού» (Ρωμαίους, η΄:28).

Υπάρχουν φορές στη ζωή μας που ερχόμαστε αντιμέτωποι με δύσκολες καταστάσεις που αρχικά δεν καταλαβαίνουμε γιατί πρέπει να τις περάσουμε. Καταστάσεις οι οποίες περιέχουν πόνο, θλίψη και στεναχώρια. Βέβαια τέτοιες δυσκολίες περνάνε οι περισσότεροι άνθρωποι, αλλά κάθε αναγεννημένος χριστιανός γνωρίζει ότι όλα όσα περνάει δεν περνάνε απαρατήρητα από τα μάτια του ουράνιου Πατέρα Του. Αυτή η αλήθεια κάνει τον πιστό να μη απελπίζεται, αλλά να καταφεύγει στην προσευχή ζητώντας απάντηση από τον Πατέρα Θεό γιατί πρέπει να περάσει αυτές τις δοκιμασίες, αλλά και δύναμη Πνεύματος Αγίου ώστε να μπορέσει να τις αντιμετωπίσει σωστά. 
Θα αναφέρουμε σαν παράδειγμα, μερικές δύσκολες στιγμές που πέρασαν οι απόστολοι του Κυρίου, Παύλος και Σίλας, στην προσπάθειά τους να κηρύξουν το ευαγγέλιο στη χώρα μας.

Ο απόστολος Παύλος οδηγούμενος από την όραση που του έδειξε ο Κύριος ότι έπρεπε να πάει στην Μακεδονία και να μιλήσει το λόγο του Θεού, ήρθε από την Μικρά Ασία στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στους Φιλίππους της Μακεδονίας, μαζί με τον Σίλα και άλλους αδελφούς. Αρχικά φάνηκε ότι ο Κύριος ήταν μαζί τους, όταν πίστεψε και βαπτίστηκε η Λυδία μαζί με όλη την οικογένειά της. Μετά ήρθαν κάποιες δύσκολες καταστάσεις, τις οποίες όμως ο Κύριος τις μετέτρεψε σε ευλογία. Συγκεκριμένα ενώ ο Παύλος και οι συνοδοιπόροι του πήγαιναν στην προσευχή,  τους συνάντησε μια γυναίκα που έκανε μαντείες,  αποφέροντας  μ’ αυτό τον τρόπο πολλά κέρδη στα αφεντικά της. Αυτή τους ακολούθησε και φωνάζοντας έλεγε: ‘Ούτοι οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του Υψίστου, οίτινες κηρύττουσι προς ημάς οδόν σωτηρίας’. Αυτό το έκανε για πολλές ημέρες. Όμως ο Παύλος, παρ’ όλο που αυτή έλεγε καλά και αληθινά λόγια για αυτούς, μέσα του δεν είχε ειρήνη. Διέκρινε ότι αυτά τα λόγια προερχόταν από τον πονηρό και επιτίμησε το πονηρό πνεύμα που είχε εκείνη η γυναίκα και το πνεύμα έφυγε από αυτή. Όταν τα αφεντικά  της γυναίκας διαπίστωσαν ότι αυτή σταμάτησε να μαντεύει, άρα θα σταματούσαν και τα κέρδη τους, έπιασαν τον Παύλο και τον Σίλα, τους έσυραν στους στρατηγούς της πόλης και τους κατηγόρησαν ότι είναι ταραχοποιοί και διδάσκουν έθιμα απαράδεκτα για Ρωμαίους πολίτες. Τότε όρμησαν εναντίον των αποστόλων και αρκετοί από τους πολίτες της πόλης, οι δε στρατηγοί διέταξαν να ραβδίσουν τους αποστόλους. Αφού τους έδωσαν πολλούς ραβδισμούς, τους φυλάκισαν και πρόσταξαν στον δεσμοφύλακα να τους φυλάει με ασφάλεια γι’ αυτό και ο δεσμοφύλακας τους έβαλε στην εσωτερική φυλακή και έδεσε τα πόδια τους . Όμως ο Παύλος και ο Σίλας δεν τα έβαλαν με τον Θεό που δεν τους προστάτεψε, αλλά αντιθέτως άρχισαν να προσεύχονται υμνώντας τον Θεό και τους άκουγαν οι άλλοι φυλακισμένοι. Ξαφνικά έγινε ένας μεγάλος σεισμός κατά τον οποίο άνοιξαν οι πόρτες της φυλακής και λύθηκαν τα δεσμά όλων των φυλακισμένων. Ο δεσμοφύλακας ξύπνησε και όταν είδε ανοιχτές τις πόρτες νόμισε ότι φύγανε όλοι οι φυλακισμένοι και έσυρε το μαχαίρι του για να αυτοκτονήσει. Όμως ο Παύλος τον πρόλαβε και φωνάζοντας του είπε να μη κάνει κακό στον εαυτό του γιατί δεν δραπέτευσε κανένας φυλακισμένος. Τότε ο δεσμοφύλακας έντρομος ρώτησε τον Παύλο και τον Σίλα τι πρέπει να κάνει για να σωθεί και εκείνοι του είπαν να πιστέψει στον Ιησού Χριστό και θα σωθεί αυτός και η οικογένειά του. Οι απόστολοι κήρυξαν σ’ αυτόν και σε όλους τους οικείους του τον λόγο του Κυρίου και όλοι μαζί πίστεψαν και βαπτίστηκαν στο νερό. Στη συνέχεια ο δεσμοφύλακας περιποιήθηκε τις πληγές των αποστόλων, τους πήρε στο σπίτι του, τους έκανε το τραπέζι και χάρηκαν πολύ όλοι που πίστεψαν στον Θεό (Πράξεις,ις΄:9-34).

Ο Θεός επέτρεψε οι απόστολοι να αδικηθούν και να μπουν στη φυλακή γιατί εκεί προγνώριζε ότι θα γίνει ευλογία. Μέσα στη φυλακή έκανε αυτό το θαύμα με το σεισμό, ώστε ο δεσμοφύλακας και η οικογένειά του να ακούσουν το λόγο του Κυρίου, να πιστέψουν και να σωθούν. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις καταστάσεις που θα επιτρέψει ο Κύριος να έρθουν στη ζωή μας, αλλά αυτό που καλείται κάθε πιστός να ξέρει και να πιστεύει, είναι ότι μέσω αυτών των καταστάσεων ο Πατέρας Θεός εργάζεται και τη δική του πνευματική αύξηση, όπως και τη σωτηρία άλλων ανθρώπων. Οι δύσκολες για μας στιγμές είναι κάτω από την εξουσία του Θεού ο οποίος μπορεί να τις μετατρέψει σε ευλογία.

Το ζητούμενο εκ μέρους μας σαν παιδιά Θεού είναι να μη γογγύζουμε  όταν περνάμε θλίψεις ενώ προσπαθούμε να κάνουμε το θέλημα του Θεού, αλλά όπως ο Παύλος και ο Σίλας να ευχαριστούμε  τον Πατέρα Θεό που μας ενισχύει και να μας παρηγορεί ώστε να περάσουμε τη δοκιμασία νικηφόρα.

Επιπλέον αναφέρουμε ότι υπάρχουν φορές που ο Θεός επιτρέπει δύσκολες καταστάσεις τις οποίες δεν τις αλλάζει, αλλά μέσα από αυτές εργάζεται την πνευματική οικοδομή των παιδιών Του. Όπως για παράδειγμα η ασθένεια που επέτρεψε ο Κύριος  να έχει ο απόστολος Παύλος για να τον προφυλάξει ώστε να μη υπερηφανεύεται για τις αποκαλύψεις που του έδινε. Ο Παύλος προσευχήθηκε τρεις φορές στον Κύριο για να φύγει αυτή η ασθένεια, αλλά ο Κύριος του είπε ότι αρκεί σε αυτόν η χάρη Του, διότι στη δική του αδυναμία φανερώνεται τελεία η δύναμη του Θεού  (Β΄ Κορινθίους, ιβ΄:7-9). Συνεπώς αυτή η ασθένεια που επέτρεψε ο Θεός να έχει ο απόστολος Παύλος είχε σαν αποτέλεσμα να τον κρατάει ταπεινό και κοντά στο θέλημα του Θεού.

Ο Θεός, εφ’ όσον συνεχίζουμε να τον αγαπάμε, έχει τρόπους να μας κρατάει κοντά Του. Αυτοί οι τρόποι αποτελούν την παιδεία του Κυρίου και  όσο και αν μας φαίνονται παράδοξοι, αν τους υπομείνουμε μέχρι τέλους, αποφέρουν καλούς καρπούς στη ζωή μας, σύμφωνα με το γραμμένο: «Πάσα δε παιδεία προς μεν το παρόν δεν φαίνεται ότι είναι πρόξενος χαράς, αλλά λύπης, ύστερον όμως αποδίδει εις τους γυμνασθέντας δι' αυτής καρπόν ειρηνικόν δικαιοσύνης» (Εβραίους,ιβ΄:11). Γι’ αυτό μπορεί μεν  οι τρόποι που ενεργεί ο Θεός να διαφέρουν από τον τρόπο που εμείς θα θέλαμε να ενεργήσει αλλά αν τελικά έχουμε την πληροφορία ότι αυτό που επιτρέπει είναι για το καλό μας τότε ας ησυχάζουμε και ας Τον εμπιστευόμαστε.                          
Βέβαια έχουμε το δικαίωμα να ρωτάμε τον Θεό γιατί επιτρέπει να έρθει μια δύσκολη κατάσταση στη ζωή μας, έχοντας πίστη ότι ο Θεός σαν καλός Πατέρας απαντάει και οι απαντήσεις του θα φέρουν ειρήνη στη καρδιά μας. Να μη ξεχνάμε την υπόσχεσή Του ότι δεν θα μας αφήσει να δοκιμαστούμε πάνω από τη δύναμή μας ( Α΄ Κορινθίους, ι΄:13).

Συνοψίζοντας λέμε ότι ο Θεός είναι αγάπη και ότι επιτρέπει το επιτρέπει γιατί μας αγαπάει και θέλει να μας εκπαιδεύσει ώστε να του μοιάσουμε στην αγάπη και στην ταπεινή καρδιά, ώστε να γίνουμε γνήσια παιδιά Του. Συνεπώς ας γνωρίζουμε ότι ‘διά πολλών θλίψεων πρέπει να εισέλθωμεν εις την βασιλείαν του Θεού’ (Πράξεις, ιδ΄:22) και αυτό γιατί ‘ η προσωρινή ελαφρά θλίψις ημών εργάζεται εις ημάς, καθ’ υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης’ (Β΄ Κορινθίους,δ΄:17). Αμήν!

 

 

«αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, δια να μη εισέλθητε εις πειρασμόν∙ το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σάρξ ασθενής» (Μάρκος,ιδ΄:38).

Ο αναγεννημένος χριστιανός σαν παιδί του Θεού, όσο μορφώνεται ο χαρακτήρας του Ιησού Χριστού στον εσωτερικό του άνθρωπο, αποκτά πνευματική όραση και γνωρίζει ότι μόνο κοντά στο Θεό μπορεί να περάσει επιτυχώς τις δοκιμασίες που θα έρχονται στη ζωή του. Κοντά στον Θεό είναι ο χριστιανός όταν έχει σαν πρώτη προτεραιότητα  στη ζωή του, το να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Πατέρα Θεού, έτσι όπως αυτό φανερώνεται στο γραμμένο λόγο Του, την Καινή Διαθήκη. Η παρουσία του Θεού στη ζωή του χριστιανού εξασφαλίζει την σωστή αντιμετώπιση εκ μέρους του,  δύσκολων καταστάσεων που μέλλουν να συμβούν στη ζωή του και που ο ίδιος δεν γνωρίζει. Άλλωστε ο Κύριος Ιησούς έδωσε στους μαθητές, στο εδάφιο που αναφέρουμε αρχικά, αυτή την προληπτική εντολή, δείχνοντας τη σημασία της πνευματικής επαγρύπνησης ώστε να μη μπουν σε πειρασμό που θα έχει σαν αποτέλεσμα την πνευματική  τους πτώση. 
Ο απόστολος Πέτρος δια Πνεύματος Αγίου, πάνω στο ίδιο θέμα, μας αναφέρει:
«Πάντων δε το τέλος επλησίασε. Φρονίμως λοιπόν διάγετε και αγρυπνείτε εις τας προσευχάς•….Εγκρατεύθητε, αγρυπνήσατε∙ διότι ο αντίδικός σας διάβολος, ως λέων ωρυόμενος, περιέρχεται, ζητών τίνα να καταπίη» (Α΄ Πέτρου, δ΄:7,ε΄:8). Ο πονηρός θέλει να μη πράττουμε το θέλημα του Θεού αλλά την αμαρτία, ώστε να λυπούμε τον Θεό και να απομακρυνόμαστε από κοντά Του. Γι’ αυτό ο χριστιανός οφείλει για το δικό του καλό να σταθεί όπως θέλει ο Πατέρας του ο Ουράνιος, οδηγούμενος από το λόγο Του, ώστε να διακρίνει τις μεθοδίες του πονηρού και να μη πέφτει στις παγίδες του.
Συνεπώς το φρόνιμο παιδί του Θεού αγρυπνεί και προσεύχεται, γιατί στην προσευχή θα λάβει δύναμη Πνεύματος Αγίου, για να μη πέσει σε αμαρτία.  Η πνευματική επαγρύπνηση βοηθάει τον χριστιανό να μη χάσει το στόχο του, όταν βομβαρδίζεται η διάνοιά του από μηνύματα εξωτερικά αλλά και από διαλογισμούς που σκοπό έχουν να τον εκτρέψουν από το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό, μόνο όταν ο χριστιανός προσεύχεται πληρούμενος δια του Αγίου Πνεύματος, αποκτά σωστή αντίληψη  του πνευματικού κόσμου διότι τότε ο Θεός του δίνει νόηση ώστε να είναι προσεχτικός και προνοητικός. Επί πλέον δυναμωμένος με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος και οπλισμένος με τη γνώση του λόγου του Θεού, που είναι ‘η μάχαιρα του Πνεύματος’ μπορεί να αντιμετωπίζει νικηφόρα κάθε πειρασμό.

Γενικότερα λέμε ότι η πνευματική επαγρύπνηση του πιστού, αφορά την πίστη σε όλο το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Ο φρόνιμος αναγεννημένος χριστιανός, δια της πίστεως στο λόγο του Θεού, πρέπει να προσέχει τον εαυτό του από οτιδήποτε μπορεί να τον απομακρύνει από τον Κύριο. Ο ίδιος ο Κύριος μας εφιστά την προσοχή λέγοντας: «Προσέχετε δε εις εαυτούς, μήποτε βαρυνθώσιν αι καρδίαι σας από κραιπάλης και μέθης και μεριμνών βιωτικών, και επέλθη αιφνίδιος εφ’ υμάς η ημέρα εκείνη∙ διότι ως παγίς θέλει επέλθει επί πάντας τους καθημένους επί πρόσωπον πάσης της γης. Αγρυπνείτε λοιπόν δεόμενοι εν παντί καιρώ, δια να καταξιωθήτε να εκφύγητε πάντα ταύτα τα μέλλοντα να γείνωσι, και να σταθήτε έμπροσθεν του Υιού του ανθρώπου» (Λουκάς,κα΄:34-36). Ο κίνδυνος για τον χριστιανό ξεκινάει από την ώρα που αφήνει το πνευματικό του αγώνα, χαλαρώνει και δεν προσεύχεται. Τότε στην πνευματική καρδιά του ανθρώπου, που είναι το κέντρο των εκβάσεων της ζωής του ανθρώπου (Παροιμίαι,δ΄:23), εισέρχονται επιθυμίες αντίθετες με το θέλημα του Θεού, τις οποίες ο άνθρωπος θα τις εκδηλώσει και προς τα έξω, κάνοντας τις σχετικές πράξεις. Διαβάζουμε σχετικά:

«Διότι έσωθεν εκ της καρδίας των ανθρώπων εξέρχονται οι διαλογισμοί οι κακοί, μοιχείαι, πορνείαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ασέλγεια, βλέμμα πονηρόν• βλασφημία, υπερηφανία, αφροσύνη• πάντα ταύτα τα πονηρά έσωθεν εξέρχονται και μολύνουσι τον άνθρωπον.(Μάρκος, ζ΄:21-23),

«επειδή όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θέλει είσθαι και η καρδία σας (Ματθαίος,ς΄:21),

« ο Θεός όμως γνωρίζει τας καρδίας σας• διότι εκείνο, το οποίον μεταξύ των ανθρώπων είναι υψηλόν, βδέλυγμα είναι ενώπιον του Θεού» (Λουκάς,ις΄:15).

Γι’ αυτό πρέπει να προσέχει ο χριστιανός το τι επιτρέπει να εισέλθει στην καρδιά του, γιατί αυτό που θεωρεί θησαυρό, δηλαδή πολύτιμο, σ’ αυτό θα είναι και η καρδιά του.  Το ζητούμενο για κάθε χριστιανό είναι να κρατήσει μόνο έναν θησαυρό στην καρδιά του και αυτός  να είναι ο Ιησούς Χριστός.

Όπως προαναφέραμε, σχετικά με το τί να προσέχουμε ώστε να μη βαρύνει καρδιά μας με κοσμικά φρονήματα, ο Κύριος μας λέει να αγρυπνούμε ‘δεόμενοι εν παντί καιρώ’, δηλαδή να προσευχόμαστε πάντοτε. Αυτό διότι όταν δεν προσευχόμαστε χάνουμε σε πνευματική δύναμη, οπότε υπερισχύει το σαρκικό φρόνημα που επιθυμεί αντίθετα από το Πνεύμα του Θεού και όταν επιθυμούμε αντίθετα από αυτά που θέλει ο Θεός, τότε η ψυχή μας κινδυνεύει, γιατί όταν αυτά τα εκτελούμε επέρχεται ο πνευματικός μας θάνατος και δυστυχώς πολλές φορές δεν το καταλαβαίνουμε. Ένα τέτοιο αρνητικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του ποιμένα της εκκλησίας των Σάρδεων. Ο Κύριος τον ελέγχει και τον συμβουλεύει λέγοντας: «Εξεύρω τα έργα σου, ότι το όνομα έχεις ότι ζης και είσαι νεκρός. Γίνου άγρυπνος και στήριξον τα λοιπά, τα οποία μέλλουσι να αποθάνωσι• διότι δεν εύρηκα τα έργα σου τέλεια ενώπιον του Θεού. Ενθυμού λοιπόν πως έλαβες και ήκουσας, και φύλαττε αυτά και μετανόησον. Εάν λοιπόν δεν αγρυπνήσης, θέλω ελθεί επί σε ως κλέπτης, και δεν θέλεις γνωρίσει ποίαν ώραν θέλω ελθεί επί σε» (Αποκάλυψη, γ΄:1-3). Δηλαδή ο Κύριος τον ελέγχει μεν αλλά δεν τον καταδικάζει μιας και του λέει να αγρυπνήσει και να μετανοήσει ώστε να λάβει πάλι δύναμη Πνεύματος Αγίου και να φέρει εις πέρας το έργο που του ανέθεσε ο Θεός. 
Ακόμη είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο Κύριος αυτό που μας δίδαξε, πρώτος το εφάρμοσε στην επίγεια ζωή Του. Αναφέρουμε σχετικά εδάφια:

« Και το πρωΐ ενώ ήτο όρθρος βαθύς, σηκωθείς εξήλθε• και υπήγεν εις έρημον τόπον και εκεί προσηύχετο» (Μάρκος, α΄:35).
«Εν εκείναις δε ταις ημέραις εξήλθεν εις το όρος να προσευχηθή, και διενυκτέρευεν εν τη προσευχή του Θεού (Λουκάς,ς΄:12).
«Όστις εν ταις ημέραις της σαρκός αυτού, αφού μετά κραυγής δυνατής και δακρύων προσέφερε δεήσεις και ικεσίας προς τον δυνάμενον να σώζη αυτόν εκ του θανάτου, και εισηκούσθη διά την ευλάβειαν αυτού, καίτοι ων Υιός, έμαθε την υπακοήν αφ' όσων έπαθε, και γενόμενος τέλειος, κατεστάθη αίτιος σωτηρίας αιωνίου εις πάντας τους υπακούοντας εις αυτόν, ονομασθείς υπό του Θεού αρχιερεύς κατά την τάξιν Μελχισεδέκ •» (Εβραίους, ε΄:7-10).
Τέλος αναφέρουμε κάποια χαρακτηριστικά της  εν Πνεύματι Αγίω προσευχής, που φανερώνουν την πνευματική επαγρύπνηση του πιστού:
«Θέλω λοιπόν να προσεύχωνται οι άνδρες εν παντί τόπω, υψόνοντες καθαράς χείρας χωρίς οργής και διαλογισμού. Ωσαύτως και αι γυναίκες με στολήν σεμνήν, με αιδώ και σωφροσύνην..» (Α΄ Τιμόθεον, β΄:8-10).
«πάντοτε χαίρετε  αδιαλείπτως προσεύχεσθε εν παντί ευχαριστείτε τούτο γαρ θέλημα θεού εν χριστώ Ιησού εις υμάς» (Α΄ Θεσσαλονικείς, ε΄:16-18).

Συνοψίζοντας λέμε ότι η πνευματική επαγρύπνηση εκ μέρους μας, σαν αναγεννημένοι χριστιανοί, επιτυγχάνεται μόνο όταν προσευχόμαστε αδιαλείπτως, επιζητώντας την καθημερινή μας πλήρωση με το Άγιο Πνεύμα και προσέχοντας ώστε το θέλημα του Θεού, όπως αυτό αποκαλύπτεται στο γραπτό Του λόγο και η προσδοκία του Χριστού να έχουν τη πρώτη θέση μέσα στην πνευματική μας καρδιά. Αμήν!

 

 

«Σας λέγω  ότι ούτω θέλει είσθαι χαρά εν τω   ουρανώ δια   ένα  αμαρτωλόν μετανοούντα,    μάλλον παρά δια   εννενηκονταεννέα    δικαίους, οίτινες  δεν έχουσι  χρείαν  μετανοίας»  (Λουκάς,ιε΄:7)

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ένας σπλαχνικός Θεός που αγαπάει τον άνθρωπο και επιδιώκει να έχει μια πνευματική σχέση μαζί του. Θέλει να τον φροντίζει και να τον εκπαιδεύει με σκοπό τον αγιασμό του, ώστε να νοήσει ο άνθρωπος την αγάπη Του για αυτόν. Όταν όμως ο άνθρωπος φεύγει από την χάρη Του και πηγαίνει στην αμαρτία, ο Κύριος λυπάται για αυτή την επιλογή του και κάνει έναν μεγάλο αγώνα να τον επαναφέρει πάλι πίσω.

Ο Κύριος μας πληροφορεί σχετικά λέγοντας: «Δεν ήλθον διά να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Λουκάς,ε΄:32). Σε μία από τις παραβολές που είπε, αναφέρει για έναν άνθρωπο που είχε 100 πρόβατα, έχασε το ένα και αφήνει τα 99 μόνα τους και πηγαίνει να ζητήσει αυτό που έχει χαθεί και όταν το βρει προσκαλεί τους φίλους και τους γείτονες του για να χαρούν μαζί του. Για τον ίδιο λόγο, μεγαλύτερη χαρά γίνεται στον ουρανό για ένα αμαρτωλό που μετανοεί παρά για 99 δικαίους, δηλαδή για ανθρώπους που ήδη έχουν μετανοήσει και επιστρέψει στον Κύριο. Επίσης  σε άλλη παραβολή αναφέρει για μια γυναίκα που είχε 10 δραχμές και έχασε τη μια,  οπότε σκουπίζει όλο το σπίτι μέχρι να την βρει και όταν την βρει προσκαλεί τις φίλες και τις γειτόνισσές της, για να δείξει την χαρά της για την χαμένη δραχμή που βρέθηκε. Όμοια χαίρονται και οι άγγελοι του Θεού για κάθε αμαρτωλό που μετανοεί (Λουκάς, ιε΄:3-10).

Ακόμη και στην προ Χριστού περίοδο, που ίσχυε ο νόμος της Παλαιάς Διαθήκης που δόθηκε δια του Μωυσέως στο λαό Ισραήλ, ο Κύριος φανερώνει την αγάπη και το έλεος Του,  λέγοντας μέσω του προφήτη Ιεζεκιήλ: «Εγώ θέλω βοσκήσει τα πρόβατά μου, και εγώ θέλω αναπαύσει αυτά, λέγει Κύριος ο Θεός. Θέλω εκζητήσει το απολωλός, και επαναφέρει το πεπλανημένον, και επιδέσει το συντετριμμένον, και ενισχύσει το ασθενές∙ το παχύ όμως και το ισχυρόν θέλω καταστρέψει∙ εν δικαιοσύνη θέλω βοσκήσει αυτά» Μέσω του ίδιου προφήτη ο Κύριος φανερώνει ότι θα κάνει και έργο αγιασμού  δίνοντας σε κάθε πιστό, μια νέα σπλαχνική καρδιά και πλήρωση Αγίου Πνεύματος, ώστε να μπορεί να εκτελεί το θέλημα Του: «Διότι θέλω σας λάβει εκ μέσου των εθνών, και θέλω σας συνάξει εκ πάντων των τόπων, και σας φέρει εις την γήν υμών. Και θέλω ράνει εφ’ υμών καθαρόν ύδωρ, και θέλετε καθαρισθή∙ από πασών των ακαθαρσιών σας, και από πάντων των ειδώλων σας, θέλω σας καθαρίσει. Και θέλω δώσει εις εσάς καρδίαν νέαν∙ και πνεύμα νέον θέλω εμβάλει εν υμίν, και, αποσπάσας την λιθίνην καρδίαν από της σαρκός σας, θέλω δώσει εις εσάς καρδίαν σαρκίνην. Και θέλω εμβάλει εν υμίν το Πνεύμα μου, και σας κάμει να περιπατήτε εν τοις διατάγμασί μου, και να φυλάττητε τας κρίσεις μου, και να εκτελήτε αυτάς» (Ιεζεκιήλ,λς΄:24-27,λδ΄:15-16).

Σχετικά με τη ‘νέα καρδιά’, το νέο πνεύμα’ και τη συγχώρεση των αμαρτιών, προφητεύει και ο προφήτης Ιερεμίας λέγοντας: « αλλ' αύτη θέλει είσθαι η διαθήκη, την οποίαν θέλω κάμει προς τον οίκον Ισραήλ• μετά τας ημέρας εκείνας, λέγει Κύριος, θέλω θέσει τον νόμον μου εις τα ενδόμυχα αυτών και θέλω γράψει αυτόν εν ταις καρδίαις αυτών• και θέλω είσθαι Θεός αυτών και αυτοί θέλουσιν είσθαι λαός μου. Και δεν θέλουσι διδάσκει πλέον έκαστος τον πλησίον αυτού και έκαστος τον αδελφόν αυτού, λέγων, Γνωρίσατε τον Κύριον• διότι πάντες ούτοι θέλουσι με γνωρίζει από μικρού αυτών έως μεγάλου αυτών, λέγει Κύριος• διότι θέλω συγχωρήσει την ανομίαν αυτών και την αμαρτίαν αυτών δεν θέλω ενθυμείσθαι πλέον» (Ιερεμίας, λα΄:33,34).

Αυτές οι προφητείες εκπληρώθηκαν με το λυτρωτικό έργο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ο Κύριος  με το αναμάρτητο αίμα που έχυσε πάνω στο σταυρό του Γολγοθά πλήρωσε για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων. Γι’ αυτό, επειδή δεν υπήρξε άλλος άνθρωπος αναμάρτητος, μόνο αίμα του Κυρίου, είναι ‘το υπέρ πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών’  (Ματθαίος,κς΄:28).

Έτσι σε κάθε άνθρωπο που θα μετανοήσει για τις αμαρτίες του και θα πιστέψει σ’ Αυτόν, θα κάνει δυνατή αλλαγή μέσα στη ψυχή του, διότι έχει τη δύναμη με το αίμα που έχυσε να καθαρίσει τον άνθρωπο από κάθε αμαρτία και να θέσει το Άγιο  Πνεύμα μέσα του, ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να κάνει το θέλημα του Θεού. Αυτή την αλλαγή ο Κύριος την ονομάζει ‘άνωθεν γέννηση’, δηλαδή γέννηση από τον Πατέρα Θεό, γεγονός που σημαίνει ότι μόνο μέσω αυτής της ενέργειας του Θεού, ο πιστός άνθρωπος γίνεται παιδί Θεού. Γι’ αυτό άλλωστε ο Κύριος είπε: ‘εάν τις δεν γεννηθή άνωθεν, δεν δύναται να ίδη την βασιλείαν του Θεού’ (Ιωάννης, γ΄:3)

Διδακτική είναι και η παραβολή του ασώτου υιού, ο οποίος ζήτησε από τον πατέρα του το μέρος της περιουσίας που του ανήκε και ο πατέρας μοίρασε την περιουσία του, σ’ αυτόν  και στον μεγαλύτερο αδελφό του. Ο νεότερος γιός πήρε την περιουσία του και έφυγε σε μια μακρινή χώρα όπου την διασκόρπισε ζώντας άσωτη ζωή. Αφού δαπάνησε την περιουσία του, έγινε πείνα σε εκείνη την χώρα και πήγε σε έναν άνθρωπο ο οποίος τον έβαλε να βόσκει τους χοίρους του. Στην πείνα του επιθυμούσε να τρώει από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι και κανείς δεν έδινε σε αυτόν. Μετά αφού ήρθε στον εαυτό του, σκέφτηκε τους μισθωτούς του πατέρα του οι οποίοι είχαν περίσσεια άρτου ενώ αυτός χανόταν από την πείνα. Τότε αποφάσισε να γυρίσει στον πατέρα του, μετανιωμένος για το λάθος του που έφυγε από αυτόν και σκεφτόταν να του πει ότι αμάρτησε και ότι δεν θεωρεί τον εαυτό του άξιο να ονομάζεται υιός του και ότι ήθελε να τον κάνει τουλάχιστον σαν έναν από τους μισθωτούς του.  Έτσι πήρε το δρόμο της επιστροφής και ενώ ήταν ακόμα μακριά, ο πατέρας του που τον περίμενε, έτρεξε τον αγκάλιασε και τον καταφίλησε. Ο νεότερος γιός του είπε πως αμάρτησε στο Θεό και σ’ αυτόν και δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο να ονομάζεται γιός του. Όμως ο πατέρας έδωσε εντολή στους δούλους του να φέρουν την πρώτη στολή, να τον ντύσουν και να του φορέσουν δακτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια του. Ακόμη ζήτησε να σφάξουν και να φάνε το σιτευτό μοσχάρι και να χαρούν όλοι γιατί ότι ο γιός του ήταν νεκρός και έζησε και χαμένος και βρέθηκε (Λουκάς,ιε΄:11-24).

Στην παραβολή αυτή βλέπουμε ότι η επιθυμία του νεώτερου γιου ήταν να κάνει μια ζωή που δεν μπορούσε να την ζήσει στο σπίτι του πατέρα του. Όμως εκεί στην μακρινή χώρα που πήγε, κατάλαβε αφού έπαθε, την φτώχεια την πνευματική και υλική που του έδωσε αυτή χώρα, δηλαδή οι άνθρωποι που γνώρισε. Το καλό όμως είναι ότι συνήλθε και έκανε μια σύγκριση μεταξύ της κατάστασης που περνούσε στη χώρα εκείνη με αυτή στο σπίτι του πατέρα του. Τότε εννόησε ότι στο σπίτι του πατέρα του, υπάρχει αληθινή χαρά και ευτυχία. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του, ο πατέρας τον σπλαχνίστηκε, τον αγκάλιασε και τον περιέθαλψε. Η αγάπη του Πατέρα Θεού ποτέ δεν παύει να υπάρχει, γιατί σαν καλός πατέρας, πάντοτε περιμένει να επιστρέψει κάθε παιδί Του που έφυγε απ’ Αυτόν  και πήγε στο κόσμο της αμαρτίας. Ο Πατέρας Θεός είναι πάντοτε πρόθυμος να δείξει την αγάπη Του σε όποιον Τον ζητήσει και να του δώσει ‘πάντα τα προς ζωήν και ευσέβειαν’, ώστε να ζήσει σύμφωνα με το θέλημά Του σ’ αυτή τη ζωή και να είναι αιώνια μαζί Του (Β΄ Πέτρου, α΄:3).

Πιστεύουμε  ότι  Κύριος στις δύσκολες μέρες που περνάμε, θα προσθέσει στην εκκλησία  Του  πολλές ψυχές που μετανοούν και θέλουν να έχουν τη ζεστασιά της αγάπης Του μέσα στην καρδιά τους. Επίσης εργάζεται τη μετάνοια πολλών ψυχών που έφυγαν από κοντά Του, ώστε να επιστρέψουν και να τους δώσει πάλι ‘την πρώτη στολή’. Ο Θεός δεν θα σταματήσει να μας αγαπά γιατί το θέλημα Του είναι ‘να σωθώσι πάντες οι άνθρωποι και να έλθωσιν εις επίγνωσιν της αληθείας’  (Α΄ Τιμόθεον,β΄:4). Αμήν!

 
Περισσότερα Άρθρα...

Εγώ είμαι το Α και το Ω, αρχή και τέλος, λέγει ο Κύριος, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο παντοκράτωρ. (Αποκάλυψις Ιωάννου α' 08)